Απόφ. Μον.Εφ.Αθ. 727/2025 ( Τμήμα 14ο – Ενοχικό) 

Πρόεδρος: Μαρία Θ. Ζάχου, Εφέτης 

Δικηγόροι: Δήμητρα Μερκουράκη – Ευφροσύνη Τσαμολιά 

Κείμενο Απόφ. Μον.Εφ.Αθ. 727/2025 (Τμήμα 14ο – Ενοχικό)  

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ 

I. Κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ. όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 44 παρ. 2 του ν.  3994/2011: “Αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση  εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους. Ο  εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει  πρωτοδίκως”. Η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης του δικασθέντος ερήμην  πρωτοδίκως επιφέρει την εξαφάνιση της ερήμην απόφασης, χωρίς να απαιτείται να  ευδοκιμήσει κάποιος λόγος έφεσης, αλλά αρκεί η “τυπική” παραδοχή της, κατά το άρθρο 532  ΚΠολΔ, καθόσον αυτή έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής  (ΑΠ 546/2014, ΑΠ 1015/2005, ΤΝΠ Νόμος), με αποτέλεσμα η υπόθεση να αναδικάζεται από  το εφετείο, που μετατρέπεται, στην περίπτωση αυτή, ουσιαστικά, σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο  (ΑΠ 229/2020, ΑΠ 579/2018, ΑΠ 495/2017, ΤΝΠ Νόμος), ανεξάρτητα από τη διαδικασία που  τηρήθηκε στον πρώτο βαθμό και αν ο διάδικος δικάσθηκε σαν να ήταν παρών (ΑΠ 285/2023,  ΑΠ 1015/2005, ΤΝΠ Νόμος). Όπως, όμως, ρητά προβλέπεται από το εδ. α’ του άρθρου 528  ΚΠολΔ, η εξαφάνιση λαμβάνει χώρα μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους  πρόσθετους λόγους. Η εκκαλουμένη, δηλαδή, εξαφανίζεται σε τόση έκταση όση απαιτείται για  να θεωρηθούν παραδεκτοί οι ισχυρισμοί του ερημοδικασθέντος εκκαλούντος (Ματθίας,  ΕλλΔνη 36/11 ιδίως 13-14, Β. Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ, Συμπληρωματικός τόμος, 2001, άρθρ.  528, αρ. 2). 

Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση έφεση κατά της με αριθ. 3…4/2024 οριστικής  απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, ερήμην του  εκκαλούντος, κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε παραδεκτά, αφού καταβλήθηκε το  νόμιμο παράβολο (άρθρ. 495 παρ. 3 Αβ’ ΚΠολΔ — βλ. σχετική σημείωση αρμόδιου  Γραμματέα στην έκθεση κατάθεσης της έφεσης και τα συνημμένα στην έφεση e- παράβολο  και απόδειξη πληρωμής), και επιπλέον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495  παρ.ί και 2, 511, 513, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει), αφού η εκκαλουμένη επιδόθηκε στην  εκκαλούσα, στις 15-4-2024 (αριθμ. …. /2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του  Εφετείου Αθηνών, Π. Μ.) και η ένδικη έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοβάθμιου 

./. 

Δικαστηρίου, στις 29-4-2024, ήτοι εντός της προθεσμίας των 30 ημερών από την επίδοση.  Επομένως, φερόμενη νομίμως στο παρόν Δικαστήριο, που είναι αρμόδιο για την εκδίκασή της  (άρθρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει, λόγω της ερημοδικίας της εκκαλούσας στο πρωτόδικο δικαστήριο  και του ότι οι λόγοι έφεσης ανάγονται και σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, σύμφωνα  με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, να γίνει δεκτή η έφεσή της, τυπικά και  κατ’ ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, μέσα στα όρια που καθορίζονται με την  έφεση, να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου έφεσης, να κρατηθεί η υπόθεση και να  ερευνηθεί περαιτέρω η αγωγή, μέσα στα όρια της έφεσης, κατ’ αντιμωλία των διαδίκων και  κατά την τακτική διαδικασία (215 επ. ΚΠολΔ). 

II. Ο ενάγων, με την υπό κρίση αγωγή του, κατά το ενδιαφέρον μέρος της και όπως  εκτιμάται το περιεχόμενό της από το παρόν Δικαστήριο, χωρίς να δεσμεύεται από την κρίση  της με αριθμ. 218/2022 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε ότι,  δυνάμει του αναφερόμενου συμβολαίου, απέκτησε αρχικά την ψιλή κυριότητα και μετά τον  θάνατο των επικαρπωτών γονέων του, στις 29-7-2005 (του πατέρα του) και στις 9-6-2015  (της μητέρας του), την πλήρη κυριότητα του περιγραφόμενου διαμερίσματος, εμβαδού 51,31  τμ, βρισκόμενου στον 2° όροφο πολυκατοικίας, κτισμένης επί της οδού …, το οποίο υδρευόταν  από την εναγόμενη, ήδη εκκαλούσα, μέσω της αναφερόμενης παροχής. Ότι το διαμέρισμα  αυτό ήταν μισθωμένο, δυνάμει του από 22-3-2007 ιδιωτικού συμφωνητικό από τη  δικαιοπάροχο μητέρα του, μέχρι τον Δεκέμβριο 2015, οπότε, κατόπιν εξώδικης όχλησης του  ενάγοντος για μη καταβολή των μισθωμάτων, ο μισθωτής εγκατέλειψε το μίσθιο. Ότι ουδεμία  ενημέρωση είχε από την εναγόμενη σχετικά με την υδροδότηση του διαμερίσματος, μέχρι τις  13-3-2017, οπότε του επιδόθηκε ατομική ειδοποίηση καταβολής ποσού 87.408,39 ευρώ, για  οφειλές νερού, δυνάμει της οποίας, στις 27-11-2017, η εναγόμενη επέβαλε αναγκαστική  κατάσχεση σε όλη την πολυκατοικία, όπου βρίσκεται το διαμέρισμα που εξυπηρετούσε η  επίδικη παροχή ύδατος. Ότι κατόπιν αίτησής του, η αρμόδια επιτροπή της εναγόμενης  ενέκρινε τη μείωση κατά 67% του ποσού της αρχικής οφειλής των 21.306 ευρώ και  προσδιόρισε την οφειλή του στο ποσό των 7.114,51 ευρώ, πλέον προσαυξήσεων  εκπρόθεσμης καταβολής. Ότι κατόπιν αιτήσεών του, η εναγόμενη τον ενημέρωσε πρώτη  φορά για την αιτία της οφειλής, με την αποστολή του αριθ. …/27-7-2018 πίνακα ενδείξεων της  παροχής. Ότι με βάση τον πίνακα, η εναγόμενη διαπίστωσε αυξημένη κατανάλωση στις 15- 5-2008, χωρίς όμως να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια, είτε ενημέρωσης της μητέρας του  που διαχειριζόταν τότε το ακίνητο, είτε αφαίρεσης του υδρομετρητή, ενέργεια στην οποία  προέβη δεκατέσσερις μήνες αργότερα, στις 7-8-2009, κι ενώ υπήρξε συνολική διαρροή 7.374  κ.μ. νερού. Ότι η μητέρα του, αμέσως μόλις ενημερώθηκε για τη διαρροή, στις 10-8-2009,  ανέθεσε την επισκευή της παροχής σε ιδιώτη υδραυλικό, όπως η εναγόμενη γνωρίζει κατόπιν  διαπίστωσης από αρμόδιο υπάλληλό της, αφού η ίδια τον πληροφόρησε περί τούτου με το  αναφερόμενο από 10-8-2018 έγγραφό της. Ότι, με βάση τα παραπάνω, η αυξημένη  κατανάλωση οφείλεται αποκλειστικά στην καθυστέρηση των αρμόδιων οργάνων της  εναγόμενης, κατά παραβίαση των υποχρεώσεών της από την καλή πίστη, τον Κανονισμό  Λειτουργίας της, την αριθμ. 15551/2006 απόφαση του Δ.Σ. της και τη νομοθεσία περί  προστασίας του καταναλωτή (ν. 2251/1994). Ότι, παρά τις προτροπές και του Συνηγόρου του  Πολίτη, για επανεξέταση του ζητήματος του ενάγοντος και τη διαγραφή συνολικά του χρέους,  η εναγόμενη δέχθηκε μείωση μόνο σε ποσοστό 20% των προσαυξήσεων και επιπλέον  επέβαλε κατάσχεση για το ποσό των 87.408,39 ευρώ σε ολόκληρη την πολυκατοικία, στην  οποία βρίσκεται και το ακίνητο που εξυπηρετούνταν από την παροχή. Ότι, με βάση και την  αριθμ.15551/2006 απόφαση του Δ.Σ. της εναγόμενης, εφόσον η κατανάλωση υπερέβαινε τα  90 κ.μ. ανά τρίμηνο και ήταν μεγαλύτερη του 50% σε σχέση με την ενδεικτική κατανάλωση,  τα επιπλέον κυβικά, ήτοι εν προκειμένω των 927 κ.μ., που διαπιστώθηκαν για πρώτη φορά  από την εναγόμενη στις 15-5-2008, υπολογίζονται με μειωμένο ποσό κατά 40%, ώστε η μόνη  οφειλή του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 1.017,846 ευρώ. Με το ιστορικό αυτό και 

./. 

ισχυριζόμενος ότι η εναγόμενη παράνομα και καταχρηστικά επέβαλε κατάσχεση σε όλη την  οικοδομή, αξίας 750.000 ευρώ, ζήτησε με τα κύρια αιτήματά του: α) να αναγνωριστεί ότι ουδέν  οφείλει στην εναγόμενη, άλλως β) ότι δεν οφείλει το, παρανόμως και καταχρηστικώς  επιβληθέν ποσό των 87.408,39 ευρώ, διά της αριθ. …/27-11-2017 έκθεσης αναγκαστικής  κατάσχεσης, άλλως και όλως επικουρικά γ) να αναγνωριστεί ότι η οφειλή του προς την  εναγόμενη ανέρχεται στο ποσό των 1.017,84 ευρώ, κατά τα προαναφερόμενα και όσα ειδικά  αναλύονται στο δικόγραφο. Οι ισχυρισμοί του ενάγοντος περί παραγραφής της όποιας  οφειλής της εναγόμενης, άλλως καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της λόγω  παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος, δεν μπορούν να ερευνηθούν από το Δικαστήριο,  διότι προβλήθηκαν με τις έγγραφες προτάσεις στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επιφέρουν  μεταβολή της βάσης της αγωγής (άρθρ. 224 ΚΠολΔ), ώστε καθίστανται απορριπτέοι ως  απαράδεκτοι. Η αγωγή, κατά τα παραπάνω αιτήματα που κρίθηκαν παραδεκτά και τα οποία  μόνο μεταβιβάζονται στο παρόν Δικαστήριο, κατά τα αναφερόμενα και στη νομική σκέψη – η  εκκαλουμένη περιείχε διατάξεις για απόρριψη των επικουρικών αιτημάτων που δεν  προσβάλλονται – είναι ορισμένη, αφού τα αναφερόμενα περιστατικά αρκούν για τη  στοιχειοθέτηση παραλείψεων εκ μέρους των οργάνων της εναγόμενης που οδηγούν στην  εφαρμογή της γενικής ρήτρας του άρθρου 288 ΑΚ προς επιστήριξη της ένδικης  αναγνωριστικής αγωγής, απορριπτομένου ως αβάσιμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού  της εναγόμενης, όπως διατυπώνεται στον 7° λόγο έφεσης. Επίσης, η αγωγή είναι νόμιμη,  στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 70, 361, 288 ΑΚ σε συνδ. με το άρθρ. 281 ΑΚ, τον  Κανονισμό Λειτουργίας Δικτύου Ύδρευσης (ΦΕΚ Β/552/2009) και την ΥΑ Δ6/2013 (ΦΕΚ Β  3188/2013), απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγόμενης, όπως  διατυπώνεται στο πρώτο σκέλος του 1ου λόγου έφεσης. Υφίσταται, δε, έννομο συμφέρον του  ενάγοντος για την άσκηση της προκείμενης αγωγής, δεδομένου ότι η ανακοπή κατά της  ταμειακής βεβαίωσης που επέδωσε η εναγόμενη στον ενάγοντα και την οποία μπορούσε να  ασκήσει ο τελευταίος, κατ’ άρθρ. 11 παρ. 4 ν. 1068/1980 σε συνδ. με άρθρ 73 παρ. 2 ΚΕΔΕ,  είναι απρόθεσμη, καθώς δεν τάσσεται από το νόμο προθεσμία για την άσκησή της ενόσω  διαρκεί η εκτέλεση (με εξαίρεση τις περιπτώσεις που η προθεσμία οριοθετείται σε συνδυασμό  με το άρθρο 75 § 2 ΚΕΔΕ – ΑΠ 991/2019, ΑΠ 139/2018, ΤΝΠ Νόμος), το δε άρθρ. 934 ΚΠολΔ  που καθιερώνει την σταδιακή προσβολή των πράξεων της κοινής αναγκαστικής εκτέλεσης  δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής στη διοικητική εκτέλεση λόγω της ειδικής ρύθμισης του ΚΕΔΕ  (ΑΠ 302/2024, ΑΠ 991/2019, ΤΝΠ Νόμος), και ως εκ τούτου η μη άσκηση της ανακοπής αυτής  δεν δημιουργεί δεδικασμένο για την απαίτηση, οπότε και δεν θα μπορούσαν να προβληθούν  αντιρρήσεις κατ’ αυτής με αναγνωριστική αγωγή, όπως εν προκειμένω (πρβλ ΕφΑθ  6640/1998 ΕλλΔνη 1998/1652). Εξάλλου, η εναγόμενη στον ισχυρισμό της περί έλλειψης  εννόμου συμφέροντος, δεν προβάλλει δεδικασμένο της απαίτησης. Συνεπώς, ο σχετικός  ισχυρισμός της εναγόμενης (έλλειψης εννόμου συμφέροντος στην άσκηση της προκείμενης  αναγνωριστικής αγωγής), όπως διατυπώνεται στο δεύτερο σκέλος του 1ου λόγου έφεσης είναι  απορριπτέος ως αβάσιμος. 

III. Η γενική ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει  υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη  και τα συναλλακτικά ήθη, αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο  και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν  προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των  υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν  προβλεπόμενη ειδική προστασία, λειτουργεί δε όχι μόνο ως συμπληρωματική, αλλά και ως  διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις που εξαιτίας ειδικών  συνθηκών μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο  συμφωνημένο μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή τον δανειστή (ΑΠ 495/2021,  ΑΠ 696/2021, ΑΠ 761/2020, ΤΝΠ Νόμος). Παρέχεται έτσι, τότε, στο δικαστήριο η δυνατότητα, 

./. 

με βάση αντικειμενικά κριτήρια που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που  κρατούν στις συναλλαγές, να αποκλίνει από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις  οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή ανάλογα μειώνοντας το συμφωνημένο μέγεθος τους,  ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά τον  χρόνο της εκπλήρωσής τους (ΟλΑΠ 927/1982, ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 1377/2018, ΑΠ 1467/2018,  ΑΠ 69/2021, ΤΝΠ Νόμος). Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές  κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά  ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Η ρήτρα της καλόπιστης και  σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των παροχών είναι αναγκαστικού δικαίου  και συνεπώς δεν επιτρέπεται παραίτηση απ’ αυτή, είτε ρητή είτε σιωπηρή (ΑΠ 710/2022, ΑΠ  946/2019, ΤΝΠ Νόμος). Το παρεχόμενο δικαίωμα από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων  288 και 388 ΑΚ είναι διαπλαστικής φύσης, όπως διαπλαστική είναι και η εκδοθησόμενη  απόφαση (ΑΠ 1467/2018, ΑΠ 1377/2018, ΑΠ 558/2016, ΑΠ 1114/2013, ΑΠ 298/2018, ΑΠ  463/2017, ΤΝΠ Νόμος), ώστε μπορεί να ασκηθεί με αγωγή ή ανταγωγή (ΑΠ 1467/2018, ΑΠ  2045/2016, ΑΠ 1035/2001), δηλαδή, με επιθετική πράξη (ΑΠ 69/2021, ό.π.). Τέλος, κατά το  άρθρο 219 ΚΠολΔ, που επιτρέπει την επικουρική σώρευση αιτημάτων, προκύπτει ότι το  δικαστήριο δικαιούται να δικάσει τα επικουρικά αιτήματα που τίθενται υπό την αίρεση  απόρριψης άλλου αιτήματος, μόνο μετά την πλήρωση της αίρεσης, δηλαδή την απόρριψη του  προηγούμενου αιτήματος. Αν το κύριο αίτημα γίνει δεκτό, τότε το δικαστήριο δεν έχει το  δικαίωμα να εξετάσει το επικουρικό αίτημα, γιατί η παραδοχή του κύριου επιφέρει κατάργηση  της δίκης. Η σειρά, δε, εξέτασης, με βάση τη θεμελιώδη δικονομική αρχή του συζητητικού  συστήματος και του συστήματος της διάθεσης είναι δεσμευτική για το δικαστήριο (ΑΠ  1625/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 580/1987 ΕΕΝ 1988/184, ΕφΑΘ 5724/2005 ΕλλΔνη 48/866,  ΤριμΕφΠειρ 339/2020 ΤΝΠ Νόμος, Β. Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ, Τόμος Α, άρθρ. 219, αρ. 4,  σελ. 1158-1159). 

Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που νόμιμα  προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι στο παρόν Δικαστήριο,προκειμένου να  χρησιμεύσουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά  από τα οποία αναφέρονται ειδικά, αλλά που όλα λήφθηκαν κατά τον σχηματισμό πλήρους  δικανικής πεποίθησης, τις με αριθμ. … … και …/7-11-2019 ένορκες βεβαιώσεις των Κ. Α., Γ.  Τ. και Δ. Ζ., που λήφθηκαν με πρωτοβουλία του ενάγοντος, μετά από νομότυπη και  εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγόμενης (βλ. τη με αριθμ. …1 – 11-2019 έκθεση επίδοσης του  δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά, Δ. Μ.) – ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι  λήφθηκαν την ίδια ώρα δεν επιδρά στο κύρος τους, δεδομένου ότι σύμφωνα με τη διάταξη  του άρθρου 424 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, που έχει εφαρμογή και στην προκειμένη υπόθεση  (άρθρ. 116 παρ. 1β ν. 4842/2021, 65 παρ. 1 ν. 4871/2021), η εν λόγω περίπτωση δεν  εντάσσεται στις αναφερόμενες περιοριστικά ακυρότητες, ενώ ούτε από άλλη διάταξη  προκύπτει ακυρότητα, ούτε η εναγόμενη επικαλείται δικονομική βλάβη, αφού δεν στερήθηκε  της δυνατότητας να παρασταθεί κατά τη λήψη τους (πρβλ ΑΠ 87/2022) – τη με αριθμ. …/1-11- 2019 ένορκη βεβαίωση της Α.Δ., που δόθηκε, με πρωτοβουλία της εναγόμενης, ενώπιον της  συμβολαιογράφου Αθηνών, Ι. Κ., μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του  ενάγοντος (βλ. με αριθμ…./25-10-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του  Εφετείου Αθηνών, Ι. Τ.), τις ομολογίες μεταξύ των διαδίκων, όπου περιοριστικά αναφέρονται  παρακάτω, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής που  λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα  πραγματικά περιστατικά :  

Δυνάμει του με αριθμ. 4940/1990 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου  Αθηνών, Σ. Π. – Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένου, ο ενάγων κατέστη, αρχικώς, ψιλός κύριος μίας  πολυκατοικίας που βρίσκεται στο Μεταξουργείο Αττικής, επί της οδού … αρ. …, μετά δε τον  θάνατο των επικαρπωτών γονέων του, στις 29-7-2005 (του πατέρα του) και στις 9-6-2015 

./. 

(της μητέρας του), αποκλειστικά κύριος του ως άνω ακινήτου, το οποίο αποτελούνταν από  υπόγειο, ισόγειο Α’, υπερυψωμένο ισόγειο Β’ και πέντε ορόφους. Στον 2° όροφο της  πολυκατοικίας βρίσκεται διαμέρισμα, εμβαδού 51,31 τμ, το οποίο υδροδοτούνταν από την  εναγόμενη, μέσω της με αριθμό μητρώου … παροχής. Από τις 22-3-2007 έως τον Δεκέμβριο  2015, το ακίνητο αυτό ήταν μισθωμένο στον M. S. K., δυνάμει του από 22-3-2007  μισθωτηρίου, που είχε συναφθεί μεταξύ του τελευταίου και της Γ. Ζ., μητέρας του ενάγοντος,  ως επικαρπώτριας. Ωστόσο, ο λογαριασμός Ύδρευσης του ακινήτου εκδιδόταν στο όνομα της  Γ. Ζ., ως ιδιοκτήτριας, και όχι του ως άνω μισθωτή. Σε κάθε, δε, περίπτωση, σύμφωνα με τα  άρθρα 1 στοιχ. 1.4, 1.5 και 3 στοιχ. 3.2.4. του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικτύου Ύδρευσης  της ΕΥΔΑΠ (ΦΕΚ Β 552/2009), ο ιδιοκτήτης του ακινήτου, ο οποίος συνδέεται με την  εναγόμενη με σύμβαση υδροληψίας, είναι αυτός που ευθύνεται για την εξόφληση της αξίας  του καταναλωθέντος νερού, ώστε και στην προκειμένη περίπτωση οποιαδήποτε οφειλή από  την ως άνω παροχή ύδατος βάρυνε τη μητέρα του ενάγοντα και μετά τον θάνατό της, τον  ενάγοντα. Συνεπώς, γενομένων δεκτών των ισχυρισμών της εναγόμενης που περιέχονται  στον 2° λόγο έφεσης, πρέπει να απορριφθεί το κύριο αίτημα της αγωγής. Περαιτέρω, από τα  ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι στις 15-5-2008, εκδόθηκε από την εναγόμενη  στο όνομα της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος μητέρας του, τιμολόγιο για το χρονικό διάστημα  από 31-1-2008 έως 15-5-2008, συνολικού ποσού 5.037 ευρώ, με προθεσμία πληρωμής έως  17-6-2008, καθόσον ο υδρομετρητής με αριθμό … της … επίδικης παροχής είχε  καταγεγραμμένη κατανάλωση 927 κμ. Η εναγόμενη διαπίστωσε ότι πρόκειται για μεγάλη  κατανάλωση, δεδομένου ότι τα προηγούμενα έτη οι καταναλώσεις δεν ξεπερνούσαν τα 13 κμ,  οπότε εκδόθηκε τεχνική ενέργεια για έλεγχο μεγάλης κατανάλωσης (ΤΕ …), κατά τον οποίο  απλά έγινε διαπίστωση ότι ο υδρομετρητής γυρίζει, χωρίς κανέναν περαιτέρω έλεγχο εκ  μέρους των οργάνων της εναγόμενης. Στις 10-9-2008, ήτοι το επόμενο τετράμηνο, εκδόθηκε  νέο τιμολόγιο από την εναγόμενη, για το χρονικό διάστημα από 16-5-2008 έως 10-9-2008,  ποσού 454 ευρώ, με ημερομηνία λήξης τις 15-10- 2008, το οποίο, όμως, δεν εκδόθηκε με  επίσκεψη και καταγραφή, παρά το γεγονός ότι υπήρχε η προηγούμενη ένδειξη μεγάλης  κατανάλωσης, αλλά με τεκμαρτή κατανάλωση, υπολογιζόμενη μάλιστα αυθαίρετα σε 156 κμ.,  χωρίς να προκύπτουν τα κριτήρια υπολογισμού σε αυτή την τιμή. Στις 17-10-2008, ήτοι 5  μήνες μετά τη διαπίστωση της μεγάλης κατανάλωσης και έκδοσης του πρώτου λογαριασμού  των 5.037 ευρώ, λόγω μη εξόφλησης της οφειλής, η εναγόμενη έδωσε εντολή διακοπής της  υδροδότησης, η οποία, όμως, δεν έλαβε χώρα, διότι ο μετρητής ήταν σκεπασμένος (βλ. ΤΕ  …). Τον επόμενο μήνα, στις 21-11-2008 (έξι μήνες μετά την πρώτη καταγραφή μεγάλης  κατανάλωσης), δόθηκε νέα εντολή διακοπής λόγω οφειλών, η οποία, επίσης, δεν  ολοκληρώθηκε, διότι δεν βρέθηκε ο μετρητής στις 4-12-2008 (βλ. ΤΕ 1626765). Στις 5-12- 2008 (επτά μήνες μετά την πρώτη καταγραφή μεγάλης κατανάλωσης), δόθηκε νέα εντολή  διακοπής λόγω οφειλών, οπότε και κλείστηκε η παροχή, στις 8-12-2008 (βλ.ΤΕ 1657973), και  έγινε καταγραφή κατανάλωσης από 16-9-2008 έως 8-12-2008, ήτοι για 3 μήνες περίπου, με  ένδειξη 3.760 κ,μ. και εκδόθηκε τιμολόγιο οφειλής 4.169,03 ευρώ, με ημερομηνία λήξης στις  11-2-2009. Σε αμέσως επόμενο έλεγχο της επίδικης παροχής, στις 15-12-2008, διαπιστώθηκε  ότι ο διακόπτης παρέμενε κλειστός και υπήρχε σχετική κάρτα διακοπής (βλ. ΤΕ 1681108). Στη  συνέχεια, δεν έγινε καμία άλλη ενέργεια μέχρι την επόμενη μέτρηση, που έλαβε χώρα στις 24- 3-2009, οπότε καταγράφηκαν 6.621 κ.μ., ήτοι κατανάλωση για το χρονικό διάστημα από 16- 12- 2008 έως 24-3-2009, 1.539 κ.μ., εκδόθηκε δε και το αντίστοιχο τιμολόγιο οφειλής, ποσού  9.278 ευρώ, με ημερομηνία λήξης την 6-5-2009. Μετά τη μέτρηση στις 24- 3-2009, που έδειξε  κατανάλωση, παρά την προηγηθείσα διακοπή της υδροδότησης, στις 26-3-2009, δόθηκε νέα  εντολή ελέγχου μεγάλης κατανάλωσης και κατά τον έλεγχο ο υδρομετρητής βρέθηκε να  γυρίζει, λόγω παραβίασης της διακοπής (βλ. ΤΕ …). Δεν ακολούθησε επίσης καμία ενέργεια  μέχρι τις 5-8-2009, ήτοι πέντε (5) μήνες μετά την καταγραφή νέας αυξημένης κατανάλωσης  παρά τη διακοπή της υδροδότησης και δεκατέσσερις (14) μήνες μετά την αρχική καταγραφή 

./. 

μεγάλης κατανάλωσης, οπότε δόθηκε εντολή αφαίρεσης του υδρομετρητή, η οποία έλαβε  χώρα, στις 7-8-2009, με ένδειξη 7.613 κ,μ. (βλ. ΤΕ …, 2269128). Εντωμεταξύ, είχε εκδοθεί,  για το χρονικό διάστημα από 25-3-2009 έως 25-6-2009 νέο τιμολόγιο οφειλής, ποσού 5.822  ευρώ, με κατανάλωση 966 κ.μ. και ημερομηνία λήξης στις 28-7-2009. Μετά την αφαίρεση του  μετρητή, στις 7-8-2009, και αφού είχαν παρέλθει δεκατέσσερις (14) μήνες από την αρχική  διαπίστωση των αυξημένων καταναλώσεων, στις 10-8-2009, η Γ. Ζ., ηλικίας τότε 85 ετών  περίπου, προσήλθε στο Περιφερειακό Κέντρο Αθηνών, υποβάλλοντας αίτηση για έλεγχο  επισκευής αφανούς διαρροής, η οποία ολοκληρώθηκε από τους υπαλλήλους της εναγόμενης,  στις 21-8-2009, με σημείωση ότι Υφίσταται επισκευασμένη εσωτερική διαρροή και με ένδειξη  κατανάλωσης 7615 κ.μ. (βλ. ΤΕ …). Την επισκευή επιβεβαίωσε και ο ενόρκως βεβαιών  υδραυλικός, Γ. Τ.. Στις 30-9-2009, συντάχθηκε δελτίο με ένδειξη «ενωτικό», οπότε την 1-10- 2009 ακολούθησε έλεγχος από την εναγόμενη, κατά τον οποίο ανευρέθηκε ενωτικό, ήτοι  παράνομη υδροληψία, το οποίο αφαιρέθηκε, στις 2-10-2009 (βλ. ΤΕ …). Περαιτέρω,  αποδεικνύεται ότι, λόγω της μη εξόφλησης της παραπάνω οφειλής, η εναγόμενη δεν  απέστειλε άμεσα επιστολές στη Γ. Ζ., οπότε και η ίδια θα ενεργοποιούνταν, αλλά μετά από  δύο έτη, την 1-6-2011 και 30-6-2011, και στη συνέχεια μετά από άλλα δύο έτη, στις 19-3-2014  και 29-4-2014. Στις επιστολές της γνωστοποιούσε ότι υφίσταντο ληξιπρόθεσμες οφειλές της,  ποσού 41.992 ευρώ (την 1-6-2011), που διαμορφώνονταν στη συνέχεια σε 41.994 ευρώ,  42.037 ευρώ, 42.040 ευρώ, αντίστοιχα, πλέον προσαυξήσεων, πλην όμως δεν αποδεικνύεται  ότι πράγματι οι επιστολές αυτές παραλήφθηκαν από τη Γ. Ζ.. Στις 16-10- 2014, αφού δεν είχε  χωρήσει εξόφληση, της απέστειλαν εξώδικη όχληση – πρόσκληση για ποσό 41.988,97 ευρώ,  την οποία αρνήθηκε να παραλάβει και θυροκολλήθηκε (βλ. την αριθμ. …6-11-2014 έκθεση  επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Χ. Τ.). Η Γ. Ζ., ήταν τότε  ηλικίας πια 89 ετών και μετά από ένα έτος απεβίωσε. Κατόπιν ελέγχου τίτλων στο  υποθηκοφυλακείο και ανεύρεσης του εμπράγματου δικαιώματος του ενάγοντος, η εναγόμενη  απηύθηνε και σε αυτόν εξώδικη δήλωση-πρόσκληση για καταβολή του ποσού των 42.191,89  ευρώ, η οποία θυροκολλήθηκε στη διεύθυνση του ως άνω διαμερίσματος (βλ. με αριθμ….23- 9-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά, Κ. Δ., με τις  συνοδεύουσες αυτή απόδειξη παραλαβής και βεβαίωση). Ο ενάγων ουδέποτε διέμενε στη  διεύθυνση αυτή, αλλά ήταν πάντα κάτοικος Αμαρουσίου. Επειδή, όμως, και πάλι δεν  ακολούθησε πληρωμή, στις 13-3-2017, η εναγόμενη επέδωσε στον ενάγοντα, στην ίδια  διεύθυνση, εξώδικη όχληση-πρόσκληση καταβολής ποσών, 42.300 ευρώ για ληξιπρόθεσμες  οφειλές και 41.994,57 ευρώ για προσαυξήσεις και τόκους, με συνημμένη καρτέλα οφειλής,  την οποία παρέλαβε ο γιος του (βλ. με αριθμ. …/13-3-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού  επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά, Κ. Δ.), ο οποίος από τα τέλη του έτους 2016, μετά τον  θάνατο της γιαγιάς του, είχε αρχίσει να εκμεταλλεύεται την οικοδομή στο Μεταξουργείο (βλ.  σχετική δημοσίευση που προσκομίζει η εναγόμενη), λόγω, δε, μη τακτοποίησης της οφειλής,  στις 3-10-2017, έδωσε εντολή κατάσχεσης της ακίνητης περιουσίας του ενάγοντος, για ποσό  87.408,39 ευρώ (42.070 ευρώ για υδροληψία, 45.044,39 για προσαυξήσεις και 294 ευρώ για  δικαστικά). Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται, κατά την κρίση  του Δικαστηρίου, ότι η εμμονή της εναγόμενης να προσδιορίζει την οφειλή του ενάγοντα από  την παραπάνω αιτία στο παραπάνω ποσό, είναι αντίθετη με την ευθύτητα και την εντιμότητα  της συναλλακτικής καλής πίστης (άρθρο 288 ΑΚ), σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου  281 ΑΚ, τον Κανονισμό Λειτουργίας Δικτύου Ύδρευσης της εναγόμενης και τη σύμβαση  υδροληψίας, καθόσον, αν και στις 15-5-2008, διαπιστώθηκε υπέρμετρη κατανάλωση στην  παροχή της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, εξαιτίας της οποίας δόθηκε εντολή ελέγχου, όχι  μόνο τα όργανά της δεν προέβησαν σε καμία ενέργεια, είτε ενημέρωσης του ιδιοκτήτη, είτε  διακοπής της υδροδότησης, είτε παρακολούθησης της κατανάλωσης, αλλά αντίθετα, για το  χρονικό διάστημα από 16-5-2008 έως 10- 9-2008, δεν προέβησαν σε ουδεμία καταμέτρηση,  προχωρώντας σε τεκμαρτή χρέωση της παροχής με 156 κμ, αν και ουδέποτε η παροχή είχε 

./. 

τέτοια κατανάλωση, προέβησαν, δε, σε νέα καταμέτρηση, το επόμενο τετράμηνο, και  συγκεκριμένα στις 8-12-2008, οπότε κατέγραψαν επιπλέον κατανάλωση 3.760 κμ, ενώ  διέκοψαν την υδροδότηση μετά από τρεις εντολές διακοπής λόγω οφειλών και αφαίρεσαν  τελικά τον υδρομετρητή δεκατέσσερις (14) μήνες μετά την αρχική διαπίστωση της διαρροής,  ήταν δε εμφανές ότι επρόκειτο για αφανή διαρροή, καθόσον από 31-1- 2008 έως 7-8-2009  (από την έναρξη εμφάνισης μεγάλης κατανάλωσης έως την αφαίρεση του υδρομετητή) είχαν  καταναλωθεί 7.218 κ.μ. νερού, ενώ η κατανάλωση για το προηγούμενο ένα έτος ήταν μόλις  31 κ.μ. νερού, στα ίδια δε επίπεδα κινούνταν κατά μέσο η ετήσια κατανάλωση της εν λόγω  παροχής και κατά τα προηγούμενα έτη. Ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι δεν έλαβε χώρα  διακοπή στις 17-10-2008, οπότε δόθηκε η πρώτη εντολή, διότι ο μετρητής ήταν σκεπασμένος,  δεν μπορεί να οδηγήσει σε άρση της ευθύνης της εναγόμενης να ενεργήσει, καθόσον, στις 8- 12-2008, έλαβε χώρα η διακοπή, χωρίς να προκύπτει ότι άλλαξε το συγκεκριμένο δεδομένο,  δηλαδή ο μετρητής συνέχιζε να είναι σκεπασμένος, το ίδιο δε συνέβαινε και μέχρι τις 7-8- 2009, οπότε και αφαιρέθηκε ο υδρομετρητής. Ακολούθως, ενώ διαπιστώθηκε στις 24-3-2009  ότι υπήρξε πιθανή παραβίαση της διακοπής, αφού ο μετρητής της επίδικης παροχής  κατέγραψε εκ νέου υπέρμετρη κατανάλωση 1539 κμ και ενώ δόθηκε, στις 26-3-2009, εντολή  ελέγχου μεγάλης κατανάλωσης (ΤΕ…), τα αρμόδια όργανα της εναγόμενης απλώς  κατέγραψαν ότι ο μετρητής γυρίζει, χωρίς να προβούν σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, ενώ η  κατανάλωση συνέχιζε να είναι υπέρμετρη, καταγράφοντας στις 25-6-2009, 966 κμ. Παρά,  όμως, και αυτή τη μεγάλη κατανάλωση, δόθηκε εντολή αφαίρεσης του υδρομετρητή δύο μήνες  αργότερα και συγκεκριμένα, στις 5-8-2009 (ΤΕ…) και αφού είχε παρέλθει διάστημα πέντε  περίπου μηνών από τον προηγούμενο έλεγχο και δεκατεσσάρων μηνών από την αρχική  διαπίστωση αυξημένης κατανάλωσης, αφαιρέθηκε, δε, τελικά στις 7-8-2009 (ΤΕ 2269128).  Συνεπώς, αν και τα αρμόδια όργανα της εναγόμενης, ήδη από 15-5-2008, είχαν διαπιστώσει  ότι η παροχή του διαμερίσματος της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος δεν ήταν δυνατόν να  καταναλώνει τις καταγραφείσες ποσότητες ύδατος, με βάση το ιστορικό προηγούμενων  καταναλώσεων, προέβησαν σε τυπικές ενέργειες ελέγχου, χωρίς όμως να προβαίνουν  εγκαίρως σε διακοπή της παροχής και αφαίρεσης του υδρομετρητή, προς τον σκοπό  προστασίας, τόσο του ύδατος που ήταν δεδομένο ότι διαρρεόταν, όσο και του πελάτη της από  χρέωση μη χρησιμοποιηθείσας ποσότητας, συνεχίζοντας να εκδίδουν τιμολόγια  δυσθεώρητων ποσών, 5.037 ευρώ, 454 ευρώ, 4.169,03 ευρώ, 9.278 ευρώ και 5.822 ευρώ  και συνολικά, ύψους 41.897 ευρώ, τα οποία χρεώνονταν και με ισόποσους μη βεβαιωμένους  τόκους, βάσει των εφαρμοσθέντων διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 1 ν.δ. 356/1974 και άρθρ.  11 παρ. 4 ν. 1068/1980. Και όλα τα παραπάνω, ενώ τα όργανα της εναγόμενης μπορούσαν  ευχερώς να διαπιστώσουν ότι το ακίνητο διαχειριζόταν μία υπερήλικη γυναίκα, η οποία  μάλιστα το είχε μισθωμένο σε τρίτους, οι οποίοι θα μπορούσαν να μην της γνωστοποιούν  τους λογαριασμούς και τις επιστολές που της απέστελνε η εναγόμενη. Η αντισυμβατική και  κακόπιστη συμπεριφορά της τελευταίας συνεχίστηκε, καθόσον, αν και η δικαιοπάροχος του  ενάγοντος, στις 10-8-2009, προσήλθε στα γραφεία της υποβάλλοντας αίτηση αφανούς  διαρροής, δηλώνοντας ότι έχει προβεί σε αλλαγή σωληνώσεων, αρμόδιος δε υπάλληλος  διαπίστωσε την επισκευασμένη εσωτερική διαρροή, καταγράφοντας αυτό στην ΤΕ…, η  εναγόμενη σε ουδεμία μείωση του ποσού των τιμολογίων προέβη, εμμένοντας στην καταβολή  του ποσού των 87.408,39 ευρώ, το οποίο, όμως, είναι υπερβολικό και δυσανάλογο με τη  συνήθη δαπάνη Ύδρευσης του εν λόγω διαμερίσματος συνεκτιμωμένων και των λοιπών  κοινωνικών περιστάσεων (υπέργηρη γυναίκα, προβλήματα υγείας του ενάγοντα). Να  σημειωθεί ότι οι μετέπειτα μειώσεις του ποσού της οφειλής, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι  οδηγούν σε απαίτηση με βάση τη συναλλακτική καλή πίστη (άρθρ. 288 ΑΚ), κυρίως διότι  έλαβαν χώρα μεταγενέστερα, κατόπιν επίμονων αιτήσεων του ενάγοντος και παρέμβασης του  Συνήγορου του Πολίτη, και σε κάθε περίπτωση διότι οι προσαυξήσεις και οι τόκοι μειώθηκαν  μόλις σε ποσοστό 20%, ώστε το ποσό που απαιτεί η εναγόμενη, μετά τις εν λόγω μειώσεις, 

./. 

ανέρχεται σε 73.538,87 ευρώ (βλ. απάντηση εναγόμενης σε αίτημα περιορισμού  κατάσχεσης), το οποίο και πάλι κρίνεται δυσθεώρητο, με βάση τη συναλλακτική πίστη και  δεδομένης της προαναφερόμενης συμπεριφοράς των οργάνων της εναγόμενης. Ωστόσο, η  ενέργεια της εναγόμενης να επιβάλλει αναγκαστική κατάσχεση σε όλη την οικοδομή,  κυριότητας του ενάγοντος, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική, καθόσον, αφενός μεν, κατά  τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης, υφίστατο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό χρέος του  ενάγοντος, ποσού 87.408,39 ευρώ, από το οποίο ουδέποτε παραιτήθηκε η εναγόμενη, την  είσπραξη του οποίου μπορούσε να επιδιώξει με αναγκαστική εκτέλεση, αφετέρου δε, η  οικοδομή ήταν ενιαία και δεν μπορούσε να επιβληθεί κατάσχεση μόνο σε ένα διαμέρισμα,  γενομένων δεκτών των ισχυρισμών της εναγόμενης που διατυπώνονται στον 5° λόγο έφεσης.  Κατ’ ακολουθία των παραπάνω, απορριπτομένων των ισχυρισμών της εναγόμενης που  περιέχονται στους 3° και 4° λόγους έφεσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι, κατ’ εφαρμογή της  διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 281 ΑΚ, σύμφωνα με όσα  αναφέρονται και στη νομική σκέψη, η εμμονή της εναγόμενης στην καταβολή του ποσού  87.408,39 ευρώ, είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις  συναλλαγές και επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η  αναπροσαρμογή της οφειλής στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των  εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη (πρβλ ΟλΑΠ 9/1997).  Συνεπώς, απορριπτομένου του πρώτου, κύριου, αιτήματος της αγωγής και γενομένου δεκτού  του δεύτερου, επικουρικού αιτήματος της αγωγής, διότι με βάση τα προαναφερόμενα που  έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο, υφίσταται οφειλή του ενάγοντος, η οποία, όμως, χρήζει  μείωσης, πρέπει να αναγνωριστεί ότι ο ενάγων δεν υποχρεούται να καταβάλει στην εναγόμενη  το ποσό των 87.408,39 ευρώ, για το οποίο επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση στην ακίνητη  περιουσία του. Ωστόσο, το Δικαστήριο, δεν μπορεί να προχωρήσει στον προσδιορισμό του  ποσού που σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη πρέπει να καταβάλλει ο  ενάγων, διότι το σχετικό αίτημα υποβλήθηκε ως τρίτο επικουρικό και αφού έγινε δεκτό το  δεύτερο, επικουρικό, αίτημα της αγωγής, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην  έρευνα αυτού, ούτε στην έκδοση οποιασδήποτε διάταξης επ’ αυτού, κατά τα αναφερόμενα  στην οικεία θέση της νομικής σκέψης. 

IV. Κατ’ ακολουθία των παραπάνω, πρέπει, γενομένης δεκτής της έφεσης, λόγω της  ερημοδικίας της εκκαλούσας στον πρώτο βαθμό, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και  αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο, να γίνει εν μέρει δεκτή η  αγωγή, κατά το δεύτερο (επικουρικό) αίτημά της και να αναγνωριστεί ότι ο ενάγων δεν οφείλει  στην εναγόμενη το ποσό των 87.408,29 ευρώ, λόγω κατανάλωσης ύδατος από την … παροχή  που εξυπηρετεί διαμέρισμα, εμβαδού 51,31 τμ, του 2ου ορόφου πολυκατοικίας, κείμενης στο  Μεταξουργείο, επί της οδού … αρ. …. Το παράβολο άσκησης έφεσης πρέπει να επιστραφεί  στην εκκαλούσα (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε’ ΚΠολΔ), ενώ τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών  δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εναγόμενης που εν τέλει ηττάται, αλλά κατά  τον βαθμό νίκης και ήττας του καθενός (άρθρ. 183, 178 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα  ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας. 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων. 

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση. 

Εξαφανίζει την αριθμ. 3…4/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου  Αθηνών (τακτική διαδικασία). 

Κρατεί και δικάζει τη με …/4-7-2019 αγωγή. 

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο στο σκεπτικό. 

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

./. 

Αναγνωρίζει ότι ο ενάγων δεν οφείλει να καταβάλει στην εναγόμενη το ποσό των  87.408,29 ευρώ, για οφειλές της … παροχής που εξυπηρετεί διαμέρισμα, εμβαδού 51,31 τμ,  του 2ου ορόφου πολυκατοικίας, κείμενης στο Μεταξουργείο, επί της οδού … αρ. …. 

Καταδικάζει την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα μέρος των δικαστικών εξόδων,  τα οποία προσδιορίζει, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, στο ποσό των εξακοσίων  (600) ευρώ. 

Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου έφεσης στην εκκαλούσα. 

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο  ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουάριου 2025, χωρίς την παρουσία των διαδίκων  και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους. 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *