Α 1970/2025 10ου Μον. Διοικ.Πρωτ.Πειρ. ΗΔΗ ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΟΡΟΣΗΜΟ ευρύτερου νομικού και κοινωνικού ενδιαφέροντος σε υπόθεση εντολέα μας κατά του ΕΦΚΑ που χειρίστηκε με απόλυτη επιτυχία το γραφείο μας!
Παραγραφή δεκαετής (10 ετής) των Αξιώσεωντου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και ήδη e-ΕΦΚΑ για Bεβαίωση και Eπιβολή Aσφαλιστικών Eισφορών ή και Kυρώσεων για παράβαση των σχετικών διατάξεων (άρθρ. 27 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951 (Α’ 179), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 2972/2001 (Α’ 291) Απαιτείται εντός της θεσπιζόμενης προθεσμίας παραγραφής ΟΧΙ μόνον ηΈΚΔΟΣΗ της ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΑΞΗΣ αλλά και η ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ ΑΥΤΗΣ στοπρόσωπο σε βάρος του οποίου χωρεί ο καταλογισμόςΣημειωτέον ότι με την υπ΄αριθ. 1833/2021 απόφαση της Ολομέλειας τουΣυμβουλίου Επικράτειας η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 95 του ν. 4387/2016κρίθηκε ότι αντίκειται στην κατοχυρωμένη στο άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ’ τουΣυντάγματος αρχή της αναλογικότητας, καθόσον χρόνος παραγραφής 20 ετώνδεν συνιστά εύλογη διάρκεια της οικείας προθεσμίας, η οποία απαιτείται να είναι σχετικά σύντομη. Ενώ με την ίδια ως άνω απόφαση η ανωτέρω διάταξη αντίκειται στην αρχή της ασφάλειας δικαίου κατά το μέρος που η 20ετής παραγραφή ισχύει αναδρομικά και για απαιτήσεις που είχαν γεννηθεί έως την έναρξη ισχύος της νέας διάταξης υπαγόμενες στην προβλεπόμενη εδώ και δεκαετίες 10ετή παραγραφή και δεν είχαν ακόμη παραγραφεί. Ακύρωση των από 16.10.2024 προσβαλλομένων κατασχετήριων εγγράφων του Διευθυντή της Περιφερειακής Διεύθυνσης ΚΕΑΟ Πειραιώς, Β. και Ν. Αιγαίου του e-ΕΦΚΑ καθόσον αυτά μη νόμιμα εκδόθηκαν αφού αφορούν παραγεγραμμένεςαξιώσεις. Δεκτή η ανακοπή του προσφεύγοντος – ανακόπτοντος κατά των κατασχετήριων εγγράφων του Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης του ΚΕΑΟ Πειραιώς, Β. και Ν. Αιγαίου του e-ΕΦΚΑ, εις χείρας τρίτων (πιστωτικών ιδρυμάτων) για την αναγκαστική είσπραξη ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών οφειλών της ομόρρυθμης εταιρίας που λύθηκε στις 5/7/2006 της οποίαςο προσφεύγων-ανακόπτων υπήρξε ομόρρυθμος εταίρος Η κατωτέρω δημοσιευόμενη απόφαση κατέστη αμετάκλητη λόγω μη άσκησης ενδίκων μέσων από τον καθ΄ου. Απόφ. 10ου Μον. Διοικ.Πρωτ.Πειρ. Α 1970/2025 Πρόεδρος: Τριαντάφυλλος Ζολώτας, Πρωτοδίκης ΔΔΔικηγόροι: Αναστάσιος- Βασίλειος Ασημακόπουλος – Σεβαστή Πειραντάκου Κείμενο Απόφ. 10ου Μον.Διοικ.Πρωτ.Πειρ. Α 1970/2025 Η κρίση του Δικαστηρίου είναι η εξής:1. Επειδή, με το κρινόμενο ένδικο βοήθημα, το οποίο επιγράφεται «ανακοπή», αλλά, κατ’ ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποτελεί Προσφυγή-ανακοπή, για την άσκηση της οποίας, κατόπιν τήρησης της διαδικασίας του 139Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999, Α’ 97), καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (ηλεκτρονικά παράβολα με κωδικούς πληρωμής ____ ), ζητείται: α) κατά το μέρος που αποτελεί Προσφυγή, η ακύρωση: 1) των … και …/2007 Πράξεων Επιβολής Εισφορών (ΠΕΕ) του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αμφιάλης, κατά το μέρος που με αυτές επιβλήθηκαν σε βάρος της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «Π. Γ.-Ρ. Α. Ο.Ε.» εισφορές ποσού 4.877,… και 1.373,17 ευρώ, αντίστοιχα, 2) της …/2014 Πράξης Επιβολής Προστίμου Ακαταχώριστων Εργαζομένων (ΠΕΠΑΕ), της …/2014 ΠΕΕ και της …/2014 Πράξης Επιβολής Πρόσθετης Επιβάρυνσης Εισφορών (ΠΕΠΕΕ) του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Δραπετσώνας, με τις οποίες επιβλήθηκαν σε βάρος της ανωτέρω εταιρείας πρόστιμο, εισφορές και πρόσθετη επιβάρυνση Εισφορών, ποσού 500, 4.967,11 και 1.490,17 ευρώ, αντίστοιχα, και β) κατά το μέρος που αποτελεί ανακοπή, η ακύρωση των … και ../16.10.2024 κατασχετήριων εγγράφων του Διευθυντή της Περιφερειακής Διεύθυνσης ΚΕΑΟ Πειραιώς, Β. και Ν. Αιγαίου του e-ΕΦΚΑ για την αναγκαστική είσπραξη εις χείρας, αντίστοιχα, των ανώνυμων εταιρειών με τις επωνυμίες «ALPHA BANK ΑΕ», «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ» και «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ», ως τρίτων, των ανωτέρω απαιτήσεων του καθ’ ου, συνολικού ύψους συμπεριλαμβανομένων προσαυξήσεων) 34.165,25 ευρώ, κατά της προαναφερθείσας ομόρρυθμης εταιρείας, της οποίας ο προσφεύγων-ανακόπτων υπήρξε ομόρρυθμος εταίρος.2. Επειδή, στο άρθρο 22 του Εμπορικού Νόμου (β.δ. της 19 Απριλίου / 1 Μαΐου 1835, Α’ 15), οι διατάξεις του οποίου ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, οριζόταν ότι: «Οι ομόρρυθμοι συνεταίροι, οι αναφερόμενοι εις το καταστατικόν της εταιρίας έγγραφον, υπόκεινται αλληλεγγύως εις όλας τας υποχρεώσεις της εταιρείας, αν και υπογεγραμμένος παρ’ ενός μόνου των συνεταίρων, υπό την εμπορικήν όμως επωνυμίαν». Εξάλλου, στο άρθρο 64 παρ. 1 του ΚΔΔ, υπό τον τίτλο «Ενεργητική Νομιμοποίηση», ορίζεται ότι: «Προσφυγή μπορεί να ασκήσει εκείνος: α) ο οποίος έχει άμεσο, προσωπικό και ενεστώς έννομο συμφέρον, ή β) στον οποίο αναγνωρίζεται τέτοιο δικαίωμα από ειδική διάταξη νόμου». Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι κατά Πράξης η οποία έχει εκδοθεί στο όνομα λυθείσας ομόρρυθμης εταιρείας και έχει κοινοποιηθεί στους κατά τον χρόνο λύσης της εταιρείας ομόρρυθμους εταίρους, ώστε να καταστούν άμεσοι οφειλέτες (πρβλ. ΣτΕ 2999/2006), νομιμοποιούνται να ασκήσουν Προσφυγή ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου της έδρας της εταιρείας και οι ομόρρυθμοι εταίροι. Μπορούν δε να ασκήσουν την Προσφυγή είτε όλοι μαζί είτε ορισμένοι από αυτούς είτε και ο καθένας χωριστά και να ζητήσουν την ακύρωση ή τροποποίηση της καταλογιστικής Πράξης (πρβλ. ΣτΕ 1196-1198/2024, 1728/2023). 3. Επειδή, το άρθρο 27 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951 (Α’ 179), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 2972/2001 (Α’ 291), ορίζει τα εξής: «Το δικαίωμα του Ι.Κ.Α., για τη βεβαίωση σε ευρεία έννοια όλων των χρηματικών απαιτήσεών του, καθώς και των απαιτήσεων των φορέων, κλάδων ή λογαριασμών των οργανισμών κοινωνικής πολιτικής των οποίων τις εισφορές συνεισπράττει το Ι.Κ.Α., υπόκειται σε δεκαετή παραγραφή η οποία αρχίζει από την πρώτη ημέρα του επόμενου έτους από εκείνο μέσα στο οποίο παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία. … Το δικαίωμα του Ι.Κ.Α. προς είσπραξη όλων των χρηματικών απαιτήσεών του, καθώς και των απαιτήσεων των φορέων, κλάδων ή λογαριασμών των οργανισμών κοινωνικής πολιτικής, των οποίων τις εισφορές συνεισπράττει το Ι.Κ.Α., παραγράφεται μετά δεκαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε υπό στενή έννοια (ταμειακά). …». Επιπλέον, ο ν. 4387/2016 (Α’ 85/12.5.2016) όριζε στο άρθρο 95 παρ. 1, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 4997/2022 (Α’ 219), ότι: «Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, οι απαιτήσεις των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης που εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α. από μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές υπόκεινται σε εικοσαετή παραγραφή, που αρχίζει από την πρώτη μέρα του επόμενου έτους εντός του οποίου παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία. Η ρύθμιση αυτή δεν εφαρμόζεται στις ήδη παραγεγραμμένες, κατά τις ισχύουσες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάξεις, απαιτήσεις. Η παραγραφή των απαιτήσεων που έχουν γεννηθεί έως την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης αλλά δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου, ορίζεται εικοσαετής και άρχεται από την πρώτη μέρα του επόμενου έτους εντός του οποίου παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία». Με τη 1833/2021 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου Επικράτειας, η ανωτέρω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 95 του ν. 4387/2016 κρίθηκε ότι αντίκειται στην κατοχυρωμένη στο άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ’ του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, καθόσον χρόνος παραγραφής είκοσι ετών δεν συνιστά εύλογη διάρκεια της οικείας προθεσμίας, η οποία απαιτείται να είναι σχετικά σύντομη. Περαιτέρω, κατά τα κριθέντα με την ίδια απόφαση, η ανωτέρω διάταξη αντίκειται στην αρχή της ασφάλειας δικαίου κατά το μέρος που η εικοσαετής παραγραφή ισχύει αναδρομικά, δηλαδή και για απαιτήσεις που είχαν γεννηθεί έως την έναρξη ισχύος της νέας διάταξης, υπαγόμενες στην προβλεπόμενη εδώ και δεκαετίες δεκαετή παραγραφή
Μον.Εφ.Αθ. 727/2025 ( Τμήμα 14ο – Ενοχικό)

Απόφ. Μον.Εφ.Αθ. 727/2025 ( Τμήμα 14ο – Ενοχικό) Πρόεδρος: Μαρία Θ. Ζάχου, Εφέτης Δικηγόροι: Δήμητρα Μερκουράκη – Ευφροσύνη Τσαμολιά Κείμενο Απόφ. Μον.Εφ.Αθ. 727/2025 (Τμήμα 14ο – Ενοχικό) ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ. όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 44 παρ. 2 του ν. 3994/2011: “Αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως”. Η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης του δικασθέντος ερήμην πρωτοδίκως επιφέρει την εξαφάνιση της ερήμην απόφασης, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει κάποιος λόγος έφεσης, αλλά αρκεί η “τυπική” παραδοχή της, κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ, καθόσον αυτή έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής (ΑΠ 546/2014, ΑΠ 1015/2005, ΤΝΠ Νόμος), με αποτέλεσμα η υπόθεση να αναδικάζεται από το εφετείο, που μετατρέπεται, στην περίπτωση αυτή, ουσιαστικά, σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 229/2020, ΑΠ 579/2018, ΑΠ 495/2017, ΤΝΠ Νόμος), ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε στον πρώτο βαθμό και αν ο διάδικος δικάσθηκε σαν να ήταν παρών (ΑΠ 285/2023, ΑΠ 1015/2005, ΤΝΠ Νόμος). Όπως, όμως, ρητά προβλέπεται από το εδ. α’ του άρθρου 528 ΚΠολΔ, η εξαφάνιση λαμβάνει χώρα μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η εκκαλουμένη, δηλαδή, εξαφανίζεται σε τόση έκταση όση απαιτείται για να θεωρηθούν παραδεκτοί οι ισχυρισμοί του ερημοδικασθέντος εκκαλούντος (Ματθίας, ΕλλΔνη 36/11 ιδίως 13-14, Β. Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ, Συμπληρωματικός τόμος, 2001, άρθρ. 528, αρ. 2). Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση έφεση κατά της με αριθ. 3…4/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, ερήμην του εκκαλούντος, κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε παραδεκτά, αφού καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (άρθρ. 495 παρ. 3 Αβ’ ΚΠολΔ — βλ. σχετική σημείωση αρμόδιου Γραμματέα στην έκθεση κατάθεσης της έφεσης και τα συνημμένα στην έφεση e- παράβολο και απόδειξη πληρωμής), και επιπλέον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ.ί και 2, 511, 513, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει), αφού η εκκαλουμένη επιδόθηκε στην εκκαλούσα, στις 15-4-2024 (αριθμ. …. /2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, Π. Μ.) και η ένδικη έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοβάθμιου ./. Δικαστηρίου, στις 29-4-2024, ήτοι εντός της προθεσμίας των 30 ημερών από την επίδοση. Επομένως, φερόμενη νομίμως στο παρόν Δικαστήριο, που είναι αρμόδιο για την εκδίκασή της (άρθρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει, λόγω της ερημοδικίας της εκκαλούσας στο πρωτόδικο δικαστήριο και του ότι οι λόγοι έφεσης ανάγονται και σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, να γίνει δεκτή η έφεσή της, τυπικά και κατ’ ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση, να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου έφεσης, να κρατηθεί η υπόθεση και να ερευνηθεί περαιτέρω η αγωγή, μέσα στα όρια της έφεσης, κατ’ αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία (215 επ. ΚΠολΔ). II. Ο ενάγων, με την υπό κρίση αγωγή του, κατά το ενδιαφέρον μέρος της και όπως εκτιμάται το περιεχόμενό της από το παρόν Δικαστήριο, χωρίς να δεσμεύεται από την κρίση της με αριθμ. 218/2022 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε ότι, δυνάμει του αναφερόμενου συμβολαίου, απέκτησε αρχικά την ψιλή κυριότητα και μετά τον θάνατο των επικαρπωτών γονέων του, στις 29-7-2005 (του πατέρα του) και στις 9-6-2015 (της μητέρας του), την πλήρη κυριότητα του περιγραφόμενου διαμερίσματος, εμβαδού 51,31 τμ, βρισκόμενου στον 2° όροφο πολυκατοικίας, κτισμένης επί της οδού …, το οποίο υδρευόταν από την εναγόμενη, ήδη εκκαλούσα, μέσω της αναφερόμενης παροχής. Ότι το διαμέρισμα αυτό ήταν μισθωμένο, δυνάμει του από 22-3-2007 ιδιωτικού συμφωνητικό από τη δικαιοπάροχο μητέρα του, μέχρι τον Δεκέμβριο 2015, οπότε, κατόπιν εξώδικης όχλησης του ενάγοντος για μη καταβολή των μισθωμάτων, ο μισθωτής εγκατέλειψε το μίσθιο. Ότι ουδεμία ενημέρωση είχε από την εναγόμενη σχετικά με την υδροδότηση του διαμερίσματος, μέχρι τις 13-3-2017, οπότε του επιδόθηκε ατομική ειδοποίηση καταβολής ποσού 87.408,39 ευρώ, για οφειλές νερού, δυνάμει της οποίας, στις 27-11-2017, η εναγόμενη επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση σε όλη την πολυκατοικία, όπου βρίσκεται το διαμέρισμα που εξυπηρετούσε η επίδικη παροχή ύδατος. Ότι κατόπιν αίτησής του, η αρμόδια επιτροπή της εναγόμενης ενέκρινε τη μείωση κατά 67% του ποσού της αρχικής οφειλής των 21.306 ευρώ και προσδιόρισε την οφειλή του στο ποσό των 7.114,51 ευρώ, πλέον προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής. Ότι κατόπιν αιτήσεών του, η εναγόμενη τον ενημέρωσε πρώτη φορά για την αιτία της οφειλής, με την αποστολή του αριθ. …/27-7-2018 πίνακα ενδείξεων της παροχής. Ότι με βάση τον πίνακα, η εναγόμενη διαπίστωσε αυξημένη κατανάλωση στις 15- 5-2008, χωρίς όμως να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια, είτε ενημέρωσης της μητέρας του που διαχειριζόταν τότε το ακίνητο, είτε αφαίρεσης του υδρομετρητή, ενέργεια στην οποία προέβη δεκατέσσερις μήνες αργότερα, στις 7-8-2009, κι ενώ υπήρξε συνολική διαρροή 7.374 κ.μ. νερού. Ότι η μητέρα του, αμέσως μόλις ενημερώθηκε για τη διαρροή, στις 10-8-2009, ανέθεσε την επισκευή της παροχής σε ιδιώτη υδραυλικό, όπως η εναγόμενη γνωρίζει κατόπιν διαπίστωσης από αρμόδιο υπάλληλό της, αφού η ίδια τον πληροφόρησε περί τούτου με το αναφερόμενο από 10-8-2018 έγγραφό της. Ότι, με βάση τα παραπάνω, η αυξημένη κατανάλωση οφείλεται αποκλειστικά στην καθυστέρηση των αρμόδιων οργάνων της εναγόμενης, κατά παραβίαση των υποχρεώσεών της από την καλή πίστη, τον Κανονισμό Λειτουργίας της, την αριθμ. 15551/2006 απόφαση του Δ.Σ. της και τη νομοθεσία περί προστασίας του καταναλωτή (ν. 2251/1994). Ότι, παρά τις προτροπές και του Συνηγόρου του Πολίτη, για επανεξέταση του ζητήματος του ενάγοντος και τη διαγραφή συνολικά του χρέους, η εναγόμενη δέχθηκε μείωση μόνο σε ποσοστό 20% των προσαυξήσεων και επιπλέον επέβαλε κατάσχεση για το ποσό των 87.408,39 ευρώ σε ολόκληρη την πολυκατοικία, στην οποία βρίσκεται και το ακίνητο που εξυπηρετούνταν από την παροχή. Ότι, με βάση και την αριθμ.15551/2006 απόφαση του Δ.Σ. της εναγόμενης, εφόσον η κατανάλωση υπερέβαινε τα 90 κ.μ. ανά τρίμηνο και ήταν μεγαλύτερη του 50% σε σχέση με την ενδεικτική κατανάλωση, τα επιπλέον κυβικά, ήτοι εν προκειμένω των 927 κ.μ., που διαπιστώθηκαν για πρώτη φορά από την εναγόμενη στις 15-5-2008, υπολογίζονται με μειωμένο ποσό κατά 40%, ώστε η μόνη οφειλή του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 1.017,846 ευρώ. Με το ιστορικό αυτό και
ΑΠ 149/2019 Εγκυρότητα απόλυσης εργαζομένου – προϋποθέσεις και συνθήκες
Απόφαση 149 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 149/2019 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2′ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη – Εισηγητή και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:Της αναιρεσείουσας: Π. Α. του Α., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ρουπακιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ν. Μ. του Η., 2)Ν. Δ. και 3)Μ. Ρ., κατοίκων …, υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστών και νόμιμων εκπροσώπων της Ένωσης Συνιδιοκτητών της πολυώροφης οικοδομής που βρίσκεται στην …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευφροσύνη Τσαμολιά, που κατέθεσε προτάσεις.Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/7/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 588/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 2144/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/3/2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λουκάς Μόρφης ανέγνωσε την από 24/4/2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟΕπειδή, με την υπό κρίση από 30ής Μαρτίου 2015 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ’ αριθμόν 2144/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Αρχικώς η αναιρεσείουσα άσκησε κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου υπό την ιδιότητα του διαχειριστού και νομίμου εκπροσώπου της ενώσεως των συνιδιοκτητών της επί των … πολυκατοικίας την από 9ης Ιουλίου 2008 αγωγή, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ’ αριθμόν 588/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά της εν λόγω αποφάσεως ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων ως και η δευτέρα των αναιρεσιβλήτων υπό την ιδιότητα των διαχειριστών και νομίμων εκπροσώπων της ενώσεως των συνιδιοκτητών της ως άνω πολυκατοικίας άσκησαν την από 27ης Απριλίου 2010 έφεση, η οποία εισήχθη ενώπιον του Εφετείου προς οριστική εκδίκαση με την από 23ης Ιουνίου 2011 κλήση των πρώτου και δευτέρας των αναιρεσιβλήτων ως και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων υπό την ιδιότητα αυτών ως διαχειριστών και νομίμων εκπροσώπων της ενώσεως των συνιδιοκτητών της ως άνω πολυκατοικίας, εξεδόθη δε αντιμωλία των διαδίκων η προαναφερομένη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατά παραδοχή της εφέσεως, μετ’ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, απερρίφθη η αγωγή της αναιρεσειούσης, η οποία εν συνεχεία άσκησε την προαναφερομένη υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1β’, δ’, ε’, 8 παρ. 2 και 11 παρ. 2 Ν. 1876/1990 προκύπτει ότι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, οι οποίες αφορούν τους εργαζομένους περισσοτέρων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων ωρισμένης πόλεως ή περιφερείας ή όλης της χώρας (κλαδικές συλλογικές συμβάσεις), ή τους εργαζομένους ωρισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς αυτό ειδικοτήτων (ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις), δεσμεύουν μόνον τους εργοδότες και τους εργαζομένους, οι οποίοι είναι μέλη των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων, ενώ δύναται ο Υπουργός Εργασίας υπό προϋποθέσεις να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική ωρισμένη κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση, οπότε δεσμεύονται έκτοτε εξ αυτής και εργοδότες και εργαζόμενοι μη μέλη των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων, υπό την προϋπόθεση ότι θα ηδύναντο να είναι μέλη αυτών. Η ιδιότης των διαδίκων ως μελών των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος κλαδικής ή ομοιοεπαγγελματικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, η οποία δεν έχει κηρυχθεί υποχρεωτική, αποτελεί προϋπόθεση της γενέσεως των εξ αυτής εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και συνακολούθως αναγκαίο στοιχείο της σχετικής αγωγής, το οποίο όμως δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται ειδικώς στο οικείο δικόγραφο, αλλά αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενο αυτού, εφ’ όσον ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς ή άλλες παροχές επικαλούμενος συγκεκριμένη κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση εργασίας, επί της οποίας θεμελιούνται οι αξιώσεις του. Εάν όμως ο εναγόμενος αμφισβητήσει την ιδιότητα αυτού του ιδίου ή του ενάγοντος ως μελών των συμβληθεισών στην συγκεκριμένη συλλογική σύμβαση συνδικαλιστικών οργανώσεων, ο ενάγων οφείλει να επικαλεσθεί, κατ’ επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 224 εδ. β’ ΚΠολΔ, και να αποδείξει το εν λόγω στοιχείο. Αφ’ ετέρου, κατά την διάταξη του άρθρου 42 Ν. 1836/1989, “Θυρωροί που υπηρετούν, κατά τη δημοσίευση του παρόντος σε πολυκατοικίες που ανήκουν σε φυσικά πρόσωπα ή εταιρείες δεν μπορούν να απολυθούν παρά μόνο με απόφαση των συνιδιοκτητών που έχουν στην κυριότητά τους τα 501 χιλιοστά της συνιδιοκτησίας. Η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή σε θυρωρούς που συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος. Ευνοϊκότερες ρυθμίσεις, κανονισμών ή συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή αποφάσεων διαιτησίας, δεν θίγονται με το άρθρο αυτό”. Η ισχύς της εν λόγω διατάξεως, η οποία, όπως προκύπτει εξ αυτής, αφορά τους υπηρετούντας κατά την δημοσίευση του νόμου 1836/1989 θυρωρούς, επεξετάθη και επί θυρωρών προσληφθέντων μετά την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου μέσω των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας “Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των θυρωρών κλπ στις πολυκατοικίες και τα μέγαρα όλης της Χώρας” των ετών 2000, 2002, 2004, 2006 και 2008 δυνάμει του πανομοιοτύπου άρθρου αυτών: “Προκειμένου να καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας θυρωρού στις πολυκατοικίες και τα μέγαρα της χώρας, απαιτείται απόφαση της Γενικής Συνέλευσης που έχει συγκληθεί με αυτό το θέμα, και πλειοψηφία πεντακοσίων ενός χιλιοστών (501/1000) επί του ποσοστού συνιδιοκτησίας (άρθρο 42 του Ν. 1836/89)”. Οι ως άνω Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, οι μεν των ετών 2000, 2002, 2004 και 2006 δεν έχουν κηρυχθεί υποχρεωτικές, ώστε να δεσμεύουν και τα μη μέλη των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων, η δε Συλλογική Σύμβαση του έτους 2008 εκηρύχθη υποχρεωτική με την υπ’ αριθμόν 56272/2008 Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β’ 1520/1-8-2008) από 6ης Ιουνίου 2008, και συνεπώς ως προς το προηγούμενο διάστημα ούτε αυτή δεσμεύει τα μη
ΑΠ 813/2024 Υποχρέωση Ειδικής Μνείας και Αξιολόγησης Ένορκων Βεβαιώσεων στην Δικαστική Απόφαση
προσκόμιση προσκόμιση Απόφαση 500 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 500/2024 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Τ. του Α. και της Μ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευφροσύνη Τσαμολιά, που ανακάλεσε την από 31-10-2023 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ι. Τ. του Α. και της Μ., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε μετά της ιδίας ως άνω πληρεξουσίας δικηγόρου του, και κατέθεσε προτάσεις.Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Τ. του Α. και της Μ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Διαμάντη, και κατέθεσε προτάσεις.Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων καθώς και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1873/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6198/2010 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-5-2022 αίτησή τους.Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟΜε την από 16-05-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ’ αριθμ. 6198/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η έφεση των εναγόντων, Ε. Τ., Δ. Τ. και Ι. Τ. (εκ των οποίων άσκησαν την υπό κρίση αναίρεση οι δεύτερος και τρίτος) κατά της υπ’ αριθμ. 1873/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που επικυρώθηκε κατά τα ανωτέρω με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, απορρίφθηκε ως κατ’ουσίαν αβάσιμη η στρεφόμενη κατά του εναγομένου (Σ. Τ.) και ήδη αναιρεσιβλήτου, αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 15-03-2017 ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος στις 27-09-2017 αδελφού όλων των διαδίκων, Χ. Τ. καθώς και του υπ’ αριθμ. …/15-3-2017 δωρητηρίου συμβολαίου του τελευταίου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Α) Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτωση γ’ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (Ολ.Α.Π. 23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.Α.Π. 8/2016, Ολ.Α.Π. 2/2008) ή, κατ’ άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.Α.Π. 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με εκείνη του άρθρου 16 παρ. 5 του Ν. 2915/2001 (η οποία δεν τροποποιήθηκε με το Ν. 4335/2015), στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα, αν, κατά την κρίση του, ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτοδίκως, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά ήταν απαράδεκτα, όπως λ.χ. εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κ.λ.π., είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο. Η διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 529 παρ. 1 εδάφιο α` ΚΠολΔ είναι γενική και, έτσι, περιλαμβάνει χωρίς διακρίσεις όλα τα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπονται από το νόμο, δηλαδή τόσο τα αποδεικτικά, που απόκεινται στην πρωτοβουλία των διαδίκων (όπως έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις) ή παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη (δικαστικά τεκμήρια), όσο και εκείνα, η απόδειξη των οποίων μπορεί να διαταχθεί ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των διαδίκων (λ.χ. αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη) (ΑΠ 484/2019, ΑΠ 1621/2009, ΑΠ 1107/2008, ΑΠ 221/1993). Με το δεύτερο, από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι: α) με το να αποκρούσει ως απαράδεκτη και να μη λάβει υπ` όψη της, μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων, την από 29-06-2018 ιατρική γνωμοδότηση του ψυχιάτρου Π. Ζ., η οποία αναφερόταν λεπτομερώς και εμπεριστατωμένα στην ψυχική υγεία του αδελφού τους, Χ. Τ. και την οποία αυτοί επικαλέσθηκαν με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις τους και προσκόμισαν κατά τη συζήτηση της έφεσής τους στο εν λόγω δικαστήριο, με το σκεπτικό ότι αυτή είχε προσκομισθεί απαραδέκτως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την προσθήκη στις
ΑΠ 500/2024 Αδυναμία μακροχρόνια ασθενούς να διαχειριστεί την περιουσία του και να εκτελεί ασφαλείς δικαιοπραξίες με πλήρη συναίσθηση των πεπραγμένων του – Παράβαση του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την προσκομισθείσα ενώπιόν του με επίκληση ιατρική γνωμοδότηση, η οποία ήταν παραδεκτή, ως νέο αποδεικτικό στοιχείο έστω και εάν ήταν απαράδεκτη, ως εκπροθέσμως προσκομισθείσα μετά τη συζήτηση, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου
προσκόμιση προσκόμιση Απόφαση 500 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 500/2024 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Τ. του Α. και της Μ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευφροσύνη Τσαμολιά, που ανακάλεσε την από 31-10-2023 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ι. Τ. του Α. και της Μ., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε μετά της ιδίας ως άνω πληρεξουσίας δικηγόρου του, και κατέθεσε προτάσεις.Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Τ. του Α. και της Μ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Διαμάντη, και κατέθεσε προτάσεις.Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων καθώς και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1873/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6198/2010 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-5-2022 αίτησή τους.Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟΜε την από 16-05-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ’ αριθμ. 6198/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η έφεση των εναγόντων, Ε. Τ., Δ. Τ. και Ι. Τ. (εκ των οποίων άσκησαν την υπό κρίση αναίρεση οι δεύτερος και τρίτος) κατά της υπ’ αριθμ. 1873/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που επικυρώθηκε κατά τα ανωτέρω με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, απορρίφθηκε ως κατ’ουσίαν αβάσιμη η στρεφόμενη κατά του εναγομένου (Σ. Τ.) και ήδη αναιρεσιβλήτου, αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 15-03-2017 ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος στις 27-09-2017 αδελφού όλων των διαδίκων, Χ. Τ. καθώς και του υπ’ αριθμ. …/15-3-2017 δωρητηρίου συμβολαίου του τελευταίου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Α) Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτωση γ’ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (Ολ.Α.Π. 23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.Α.Π. 8/2016, Ολ.Α.Π. 2/2008) ή, κατ’ άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.Α.Π. 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με εκείνη του άρθρου 16 παρ. 5 του Ν. 2915/2001 (η οποία δεν τροποποιήθηκε με το Ν. 4335/2015), στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα, αν, κατά την κρίση του, ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτοδίκως, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά ήταν απαράδεκτα, όπως λ.χ. εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κ.λ.π., είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο. Η διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 529 παρ. 1 εδάφιο α` ΚΠολΔ είναι γενική και, έτσι, περιλαμβάνει χωρίς διακρίσεις όλα τα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπονται από το νόμο, δηλαδή τόσο τα αποδεικτικά, που απόκεινται στην πρωτοβουλία των διαδίκων (όπως έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις) ή παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη (δικαστικά τεκμήρια), όσο και εκείνα, η απόδειξη των οποίων μπορεί να διαταχθεί ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των διαδίκων (λ.χ. αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη) (ΑΠ 484/2019, ΑΠ 1621/2009, ΑΠ 1107/2008, ΑΠ 221/1993). Με το δεύτερο, από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι: α) με το να αποκρούσει ως απαράδεκτη και να μη λάβει υπ` όψη της, μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων, την από 29-06-2018 ιατρική γνωμοδότηση του ψυχιάτρου Π. Ζ., η οποία αναφερόταν λεπτομερώς και εμπεριστατωμένα στην ψυχική υγεία του αδελφού τους, Χ. Τ. και την οποία αυτοί επικαλέσθηκαν με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις τους και προσκόμισαν κατά τη συζήτηση της έφεσής τους στο εν λόγω δικαστήριο, με το σκεπτικό ότι αυτή είχε προσκομισθεί απαραδέκτως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την προσθήκη στις
