ΑΠ 149/2019 Εγκυρότητα απόλυσης εργαζομένου – προϋποθέσεις και συνθήκες

Απόφαση 149 / 2019    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 149/2019 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2′ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη – Εισηγητή και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:Της αναιρεσείουσας: Π. Α. του Α., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ρουπακιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ν. Μ. του Η., 2)Ν. Δ. και 3)Μ. Ρ., κατοίκων …, υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστών και νόμιμων εκπροσώπων της Ένωσης Συνιδιοκτητών της πολυώροφης οικοδομής που βρίσκεται στην …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευφροσύνη Τσαμολιά, που κατέθεσε προτάσεις.Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/7/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 588/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 2144/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/3/2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λουκάς Μόρφης ανέγνωσε την από 24/4/2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟΕπειδή, με την υπό κρίση από 30ής Μαρτίου 2015 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ’ αριθμόν 2144/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Αρχικώς η αναιρεσείουσα άσκησε κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου υπό την ιδιότητα του διαχειριστού και νομίμου εκπροσώπου της ενώσεως των συνιδιοκτητών της επί των … πολυκατοικίας την από 9ης Ιουλίου 2008 αγωγή, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ’ αριθμόν 588/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά της εν λόγω αποφάσεως ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων ως και η δευτέρα των αναιρεσιβλήτων υπό την ιδιότητα των διαχειριστών και νομίμων εκπροσώπων της ενώσεως των συνιδιοκτητών της ως άνω πολυκατοικίας άσκησαν την από 27ης Απριλίου 2010 έφεση, η οποία εισήχθη ενώπιον του Εφετείου προς οριστική εκδίκαση με την από 23ης Ιουνίου 2011 κλήση των πρώτου και δευτέρας των αναιρεσιβλήτων ως και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων υπό την ιδιότητα αυτών ως διαχειριστών και νομίμων εκπροσώπων της ενώσεως των συνιδιοκτητών της ως άνω πολυκατοικίας, εξεδόθη δε αντιμωλία των διαδίκων η προαναφερομένη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατά παραδοχή της εφέσεως, μετ’ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, απερρίφθη η αγωγή της αναιρεσειούσης, η οποία εν συνεχεία άσκησε την προαναφερομένη υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1β’, δ’, ε’, 8 παρ. 2 και 11 παρ. 2 Ν. 1876/1990 προκύπτει ότι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, οι οποίες αφορούν τους εργαζομένους περισσοτέρων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων ωρισμένης πόλεως ή περιφερείας ή όλης της χώρας (κλαδικές συλλογικές συμβάσεις), ή τους εργαζομένους ωρισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς αυτό ειδικοτήτων (ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις), δεσμεύουν μόνον τους εργοδότες και τους εργαζομένους, οι οποίοι είναι μέλη των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων, ενώ δύναται ο Υπουργός Εργασίας υπό προϋποθέσεις να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική ωρισμένη κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση, οπότε δεσμεύονται έκτοτε εξ αυτής και εργοδότες και εργαζόμενοι μη μέλη των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων, υπό την προϋπόθεση ότι θα ηδύναντο να είναι μέλη αυτών. Η ιδιότης των διαδίκων ως μελών των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος κλαδικής ή ομοιοεπαγγελματικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, η οποία δεν έχει κηρυχθεί υποχρεωτική, αποτελεί προϋπόθεση της γενέσεως των εξ αυτής εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και συνακολούθως αναγκαίο στοιχείο της σχετικής αγωγής, το οποίο όμως δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται ειδικώς στο οικείο δικόγραφο, αλλά αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενο αυτού, εφ’ όσον ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς ή άλλες παροχές επικαλούμενος συγκεκριμένη κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση εργασίας, επί της οποίας θεμελιούνται οι αξιώσεις του. Εάν όμως ο εναγόμενος αμφισβητήσει την ιδιότητα αυτού του ιδίου ή του ενάγοντος ως μελών των συμβληθεισών στην συγκεκριμένη συλλογική σύμβαση συνδικαλιστικών οργανώσεων, ο ενάγων οφείλει να επικαλεσθεί, κατ’ επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 224 εδ. β’ ΚΠολΔ, και να αποδείξει το εν λόγω στοιχείο. Αφ’ ετέρου, κατά την διάταξη του άρθρου 42 Ν. 1836/1989, “Θυρωροί που υπηρετούν, κατά τη δημοσίευση του παρόντος σε πολυκατοικίες που ανήκουν σε φυσικά πρόσωπα ή εταιρείες δεν μπορούν να απολυθούν παρά μόνο με απόφαση των συνιδιοκτητών που έχουν στην κυριότητά τους τα 501 χιλιοστά της συνιδιοκτησίας. Η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή σε θυρωρούς που συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος. Ευνοϊκότερες ρυθμίσεις, κανονισμών ή συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή αποφάσεων διαιτησίας, δεν θίγονται με το άρθρο αυτό”. Η ισχύς της εν λόγω διατάξεως, η οποία, όπως προκύπτει εξ αυτής, αφορά τους υπηρετούντας κατά την δημοσίευση του νόμου 1836/1989 θυρωρούς, επεξετάθη και επί θυρωρών προσληφθέντων μετά την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου μέσω των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας “Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των θυρωρών κλπ στις πολυκατοικίες και τα μέγαρα όλης της Χώρας” των ετών 2000, 2002, 2004, 2006 και 2008 δυνάμει του πανομοιοτύπου άρθρου αυτών: “Προκειμένου να καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας θυρωρού στις πολυκατοικίες και τα μέγαρα της χώρας, απαιτείται απόφαση της Γενικής Συνέλευσης που έχει συγκληθεί με αυτό το θέμα, και πλειοψηφία πεντακοσίων ενός χιλιοστών (501/1000) επί του ποσοστού συνιδιοκτησίας (άρθρο 42 του Ν. 1836/89)”. Οι ως άνω Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, οι μεν των ετών 2000, 2002, 2004 και 2006 δεν έχουν κηρυχθεί υποχρεωτικές, ώστε να δεσμεύουν και τα μη μέλη των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων, η δε Συλλογική Σύμβαση του έτους 2008 εκηρύχθη υποχρεωτική με την υπ’ αριθμόν 56272/2008 Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β’ 1520/1-8-2008) από 6ης Ιουνίου 2008, και συνεπώς ως προς το προηγούμενο διάστημα ούτε αυτή δεσμεύει τα μη

ΑΠ 813/2024 Υποχρέωση Ειδικής Μνείας και Αξιολόγησης Ένορκων Βεβαιώσεων στην Δικαστική Απόφαση

προσκόμιση προσκόμιση Απόφαση 500 / 2024    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 500/2024 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Τ. του Α. και της Μ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευφροσύνη Τσαμολιά, που ανακάλεσε την από 31-10-2023 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ι. Τ. του Α. και της Μ., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε μετά της ιδίας ως άνω πληρεξουσίας δικηγόρου του, και κατέθεσε προτάσεις.Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Τ. του Α. και της Μ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Διαμάντη, και κατέθεσε προτάσεις.Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων καθώς και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1873/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6198/2010 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-5-2022 αίτησή τους.Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟΜε την από 16-05-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ’ αριθμ. 6198/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η έφεση των εναγόντων, Ε. Τ., Δ. Τ. και Ι. Τ. (εκ των οποίων άσκησαν την υπό κρίση αναίρεση οι δεύτερος και τρίτος) κατά της υπ’ αριθμ. 1873/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που επικυρώθηκε κατά τα ανωτέρω με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, απορρίφθηκε ως κατ’ουσίαν αβάσιμη η στρεφόμενη κατά του εναγομένου (Σ. Τ.) και ήδη αναιρεσιβλήτου, αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 15-03-2017 ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος στις 27-09-2017 αδελφού όλων των διαδίκων, Χ. Τ. καθώς και του υπ’ αριθμ. …/15-3-2017 δωρητηρίου συμβολαίου του τελευταίου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Α) Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτωση γ’ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (Ολ.Α.Π. 23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.Α.Π. 8/2016, Ολ.Α.Π. 2/2008) ή, κατ’ άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.Α.Π. 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με εκείνη του άρθρου 16 παρ. 5 του Ν. 2915/2001 (η οποία δεν τροποποιήθηκε με το Ν. 4335/2015), στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα, αν, κατά την κρίση του, ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτοδίκως, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά ήταν απαράδεκτα, όπως λ.χ. εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κ.λ.π., είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο. Η διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 529 παρ. 1 εδάφιο α` ΚΠολΔ είναι γενική και, έτσι, περιλαμβάνει χωρίς διακρίσεις όλα τα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπονται από το νόμο, δηλαδή τόσο τα αποδεικτικά, που απόκεινται στην πρωτοβουλία των διαδίκων (όπως έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις) ή παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη (δικαστικά τεκμήρια), όσο και εκείνα, η απόδειξη των οποίων μπορεί να διαταχθεί ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των διαδίκων (λ.χ. αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη) (ΑΠ 484/2019, ΑΠ 1621/2009, ΑΠ 1107/2008, ΑΠ 221/1993). Με το δεύτερο, από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι: α) με το να αποκρούσει ως απαράδεκτη και να μη λάβει υπ` όψη της, μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων, την από 29-06-2018 ιατρική γνωμοδότηση του ψυχιάτρου Π. Ζ., η οποία αναφερόταν λεπτομερώς και εμπεριστατωμένα στην ψυχική υγεία του αδελφού τους, Χ. Τ. και την οποία αυτοί επικαλέσθηκαν με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις τους και προσκόμισαν κατά τη συζήτηση της έφεσής τους στο εν λόγω δικαστήριο, με το σκεπτικό ότι αυτή είχε προσκομισθεί απαραδέκτως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την προσθήκη στις

ΑΠ 500/2024 Αδυναμία μακροχρόνια ασθενούς να διαχειριστεί την περιουσία του και να εκτελεί ασφαλείς δικαιοπραξίες με πλήρη συναίσθηση των πεπραγμένων του – Παράβαση του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την προσκομισθείσα ενώπιόν του με επίκληση ιατρική γνωμοδότηση, η οποία ήταν παραδεκτή, ως νέο αποδεικτικό στοιχείο έστω και εάν ήταν απαράδεκτη, ως εκπροθέσμως προσκομισθείσα μετά τη συζήτηση, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου

προσκόμιση προσκόμιση Απόφαση 500 / 2024    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 500/2024 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Τ. του Α. και της Μ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευφροσύνη Τσαμολιά, που ανακάλεσε την από 31-10-2023 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ι. Τ. του Α. και της Μ., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε μετά της ιδίας ως άνω πληρεξουσίας δικηγόρου του, και κατέθεσε προτάσεις.Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Τ. του Α. και της Μ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Διαμάντη, και κατέθεσε προτάσεις.Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων καθώς και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1873/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6198/2010 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-5-2022 αίτησή τους.Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟΜε την από 16-05-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ’ αριθμ. 6198/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η έφεση των εναγόντων, Ε. Τ., Δ. Τ. και Ι. Τ. (εκ των οποίων άσκησαν την υπό κρίση αναίρεση οι δεύτερος και τρίτος) κατά της υπ’ αριθμ. 1873/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που επικυρώθηκε κατά τα ανωτέρω με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, απορρίφθηκε ως κατ’ουσίαν αβάσιμη η στρεφόμενη κατά του εναγομένου (Σ. Τ.) και ήδη αναιρεσιβλήτου, αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 15-03-2017 ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος στις 27-09-2017 αδελφού όλων των διαδίκων, Χ. Τ. καθώς και του υπ’ αριθμ. …/15-3-2017 δωρητηρίου συμβολαίου του τελευταίου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Α) Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτωση γ’ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (Ολ.Α.Π. 23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.Α.Π. 8/2016, Ολ.Α.Π. 2/2008) ή, κατ’ άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.Α.Π. 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με εκείνη του άρθρου 16 παρ. 5 του Ν. 2915/2001 (η οποία δεν τροποποιήθηκε με το Ν. 4335/2015), στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα, αν, κατά την κρίση του, ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτοδίκως, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά ήταν απαράδεκτα, όπως λ.χ. εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κ.λ.π., είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο. Η διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 529 παρ. 1 εδάφιο α` ΚΠολΔ είναι γενική και, έτσι, περιλαμβάνει χωρίς διακρίσεις όλα τα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπονται από το νόμο, δηλαδή τόσο τα αποδεικτικά, που απόκεινται στην πρωτοβουλία των διαδίκων (όπως έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις) ή παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη (δικαστικά τεκμήρια), όσο και εκείνα, η απόδειξη των οποίων μπορεί να διαταχθεί ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των διαδίκων (λ.χ. αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη) (ΑΠ 484/2019, ΑΠ 1621/2009, ΑΠ 1107/2008, ΑΠ 221/1993). Με το δεύτερο, από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι: α) με το να αποκρούσει ως απαράδεκτη και να μη λάβει υπ` όψη της, μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων, την από 29-06-2018 ιατρική γνωμοδότηση του ψυχιάτρου Π. Ζ., η οποία αναφερόταν λεπτομερώς και εμπεριστατωμένα στην ψυχική υγεία του αδελφού τους, Χ. Τ. και την οποία αυτοί επικαλέσθηκαν με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις τους και προσκόμισαν κατά τη συζήτηση της έφεσής τους στο εν λόγω δικαστήριο, με το σκεπτικό ότι αυτή είχε προσκομισθεί απαραδέκτως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την προσθήκη στις