Απόφαση 149 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 149/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2′ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη – Εισηγητή και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. Α. του Α., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ρουπακιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ν. Μ. του Η., 2)Ν. Δ. και 3)Μ. Ρ., κατοίκων …, υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστών και νόμιμων εκπροσώπων της Ένωσης Συνιδιοκτητών της πολυώροφης οικοδομής που βρίσκεται στην …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευφροσύνη Τσαμολιά, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/7/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 588/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 2144/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/3/2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λουκάς Μόρφης ανέγνωσε την από 24/4/2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την υπό κρίση από 30ής Μαρτίου 2015 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ’ αριθμόν 2144/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Αρχικώς η αναιρεσείουσα άσκησε κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου υπό την ιδιότητα του διαχειριστού και νομίμου εκπροσώπου της ενώσεως των συνιδιοκτητών της επί των … πολυκατοικίας την από 9ης Ιουλίου 2008 αγωγή, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ’ αριθμόν 588/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά της εν λόγω αποφάσεως ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων ως και η δευτέρα των αναιρεσιβλήτων υπό την ιδιότητα των διαχειριστών και νομίμων εκπροσώπων της ενώσεως των συνιδιοκτητών της ως άνω πολυκατοικίας άσκησαν την από 27ης Απριλίου 2010 έφεση, η οποία εισήχθη ενώπιον του Εφετείου προς οριστική εκδίκαση με την από 23ης Ιουνίου 2011 κλήση των πρώτου και δευτέρας των αναιρεσιβλήτων ως και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων υπό την ιδιότητα αυτών ως διαχειριστών και νομίμων εκπροσώπων της ενώσεως των συνιδιοκτητών της ως άνω πολυκατοικίας, εξεδόθη δε αντιμωλία των διαδίκων η προαναφερομένη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατά παραδοχή της εφέσεως, μετ’ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, απερρίφθη η αγωγή της αναιρεσειούσης, η οποία εν συνεχεία άσκησε την προαναφερομένη υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1β’, δ’, ε’, 8 παρ. 2 και 11 παρ. 2 Ν. 1876/1990 προκύπτει ότι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, οι οποίες αφορούν τους εργαζομένους περισσοτέρων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων ωρισμένης πόλεως ή περιφερείας ή όλης της χώρας (κλαδικές συλλογικές συμβάσεις), ή τους εργαζομένους ωρισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς αυτό ειδικοτήτων (ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις), δεσμεύουν μόνον τους εργοδότες και τους εργαζομένους, οι οποίοι είναι μέλη των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων, ενώ δύναται ο Υπουργός Εργασίας υπό προϋποθέσεις να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική ωρισμένη κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση, οπότε δεσμεύονται έκτοτε εξ αυτής και εργοδότες και εργαζόμενοι μη μέλη των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων, υπό την προϋπόθεση ότι θα ηδύναντο να είναι μέλη αυτών. Η ιδιότης των διαδίκων ως μελών των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος κλαδικής ή ομοιοεπαγγελματικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, η οποία δεν έχει κηρυχθεί υποχρεωτική, αποτελεί προϋπόθεση της γενέσεως των εξ αυτής εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και συνακολούθως αναγκαίο στοιχείο της σχετικής αγωγής, το οποίο όμως δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται ειδικώς στο οικείο δικόγραφο, αλλά αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενο αυτού, εφ’ όσον ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς ή άλλες παροχές επικαλούμενος συγκεκριμένη κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση εργασίας, επί της οποίας θεμελιούνται οι αξιώσεις του. Εάν όμως ο εναγόμενος αμφισβητήσει την ιδιότητα αυτού του ιδίου ή του ενάγοντος ως μελών των συμβληθεισών στην συγκεκριμένη συλλογική σύμβαση συνδικαλιστικών οργανώσεων, ο ενάγων οφείλει να επικαλεσθεί, κατ’ επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 224 εδ. β’ ΚΠολΔ, και να αποδείξει το εν λόγω στοιχείο. Αφ’ ετέρου, κατά την διάταξη του άρθρου 42 Ν. 1836/1989, “Θυρωροί που υπηρετούν, κατά τη δημοσίευση του παρόντος σε πολυκατοικίες που ανήκουν σε φυσικά πρόσωπα ή εταιρείες δεν μπορούν να απολυθούν παρά μόνο με απόφαση των συνιδιοκτητών που έχουν στην κυριότητά τους τα 501 χιλιοστά της συνιδιοκτησίας. Η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή σε θυρωρούς που συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος. Ευνοϊκότερες ρυθμίσεις, κανονισμών ή συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή αποφάσεων διαιτησίας, δεν θίγονται με το άρθρο αυτό”. Η ισχύς της εν λόγω διατάξεως, η οποία, όπως προκύπτει εξ αυτής, αφορά τους υπηρετούντας κατά την δημοσίευση του νόμου 1836/1989 θυρωρούς, επεξετάθη και επί θυρωρών προσληφθέντων μετά την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου μέσω των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας “Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των θυρωρών κλπ στις πολυκατοικίες και τα μέγαρα όλης της Χώρας” των ετών 2000, 2002, 2004, 2006 και 2008 δυνάμει του πανομοιοτύπου άρθρου αυτών: “Προκειμένου να καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας θυρωρού στις πολυκατοικίες και τα μέγαρα της χώρας, απαιτείται απόφαση της Γενικής Συνέλευσης που έχει συγκληθεί με αυτό το θέμα, και πλειοψηφία πεντακοσίων ενός χιλιοστών (501/1000) επί του ποσοστού συνιδιοκτησίας (άρθρο 42 του Ν. 1836/89)”. Οι ως άνω Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, οι μεν των ετών 2000, 2002, 2004 και 2006 δεν έχουν κηρυχθεί υποχρεωτικές, ώστε να δεσμεύουν και τα μη μέλη των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων, η δε Συλλογική Σύμβαση του έτους 2008 εκηρύχθη υποχρεωτική με την υπ’ αριθμόν 56272/2008 Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β’ 1520/1-8-2008) από 6ης Ιουνίου 2008, και συνεπώς ως προς το προηγούμενο διάστημα ούτε αυτή δεσμεύει τα μη μέλη των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων. Προκειμένου δε περί θυρωρών πολυκατοικιών, των οποίων η εργασιακή σχέση δεν καταλαμβάνεται από την ως άνω διάταξη του άρθρου 42 Ν. 1836/1989 ούτε από τις προαναφερόμενες συλλογικές συμβάσεις, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αυτών γίνεται βάσει των γενικών διατάξεων περί κοινωνίας, κατά τα οριζόμενα στον κανονισμό της πολυκατοικίας, με απόφαση είτε της γενικής συνελεύσεως των συνιδιοκτητών λαμβανομένη με παμψηφία ή απόλυτη ή σχετική πλειοψηφία, οπότε ο διαχειριστής ενεργεί ως εντολοδόχος της συνελεύσεως, είτε της διαχειριστικής επιτροπής, είτε μόνου του διαχειριστού, εφ’ όσον αρύεται αυτός την σχετική εξουσία από τον κανονισμό, οπότε και ενεργεί ως αμέσως αρμόδιο όργανο της συνιδιοκτησίας. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ενώ από την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος ερείδεται επί ισχυρισμού, ο οποίος δεν έχει προταθεί νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, εκτός εάν πρόκειται περί παραβάσεως μη δυναμένης να προβληθεί ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου ή περί σφάλματος προκύπτοντος από την ιδία την απόφαση ή περί ισχυρισμού αφορώντος την δημοσία τάξη.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, επιλαμβανόμενο της εφέσεως των πρώτου και δευτέρας των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ’ αριθμόν 588/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εδέχθη ότι η αναιρεσείουσα είχε προσληφθεί την 8η Μαρτίου 2004 υπό σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ωρισμένου χρόνου, μετατραπείσα από 9ης Σεπτεμβρίου 2004 σε αορίστου χρόνου, ως θυρωρός της επί των … πολυκατοικίας και παρείχε την εργασία της μέχρι της 11ης Απριλίου 2008, οπότε ο πρώτος αναιρεσίβλητος ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της ενώσεως των συνιδιοκτητών της ως άνω πολυκατοικίας κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας αυτής κατόπιν υποβολής εις βάρος της μηνύσεως ως ιδιοποιηθείσης τα χρήματα των κοινοχρήστων και ότι η εν λόγω καταγγελία δεν έπασχε ακυρότητα, διότι δεν έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος, εκ κακοβουλίας, ούτε προϋπέθετε απόφαση των συνιδιοκτητών των εχόντων κυριότητα επί ποσοστού 501 χιλιοστών της συνιδιοκτησίας, καθ’ όσον η διάταξη του άρθρου 42 Ν. 1836/89 δεν ετύγχανε εφαρμογής επί καταγγελίας κατόπιν υποβολής μηνύσεως, ούτε επί θυρωρών συμπληρούντων τις προϋποθέσεις λήψεως πλήρους συντάξεως γήρατος, ως η αναιρεσείουσα. Υπό τις εν λόγω δε παραδοχές το Εφετείο, μετ’ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, δια της οποίας είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή περί ακυρότητος της προαναφερομένης καταγγελίας, απέρριψε την εν λόγω αγωγή. Με τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο λόγους της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρεβίασε τις διατάξεις του άρθρου 42 Ν. 1836/1989 και των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας “Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των θυρωρών κλπ στις πολυκατοικίες και τα μέγαρα όλης της Χώρας” των ετών 2000, 2002, 2004, 2006 και 2008. Οι εν λόγω λόγοι είναι απορριπτέοι, όσον αφορά το άρθρο 42 Ν. 1836/1989 και τις Συλλογικές Συμβάσεις των ετών 2000, 2002, 2004 και 2006 ως αβάσιμοι, αφού η μεν διάταξη του άρθρου 42 Ν. 1836/1989, αφορά τους υπηρετούντας κατά την δημοσίευση του εν λόγω νόμου θυρωρούς, προϋπόθεση, την οποία δεν πληροί ως εκ του χρόνου προσλήψεώς της η αναιρεσείουσα, οι δε προαναφερόμενες Συλλογικές Συμβάσεις, αφορούν προγενέστερα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αυτής χρονικά διαστήματα, όσον δε αφορά την Συλλογική Σύμβαση του έτους 2008 ως απαράδεκτοι συμφώνως προς την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ως ερειδόμενοι επί ισχυρισμού, ο οποίος δεν έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ούτε υπάγεται στις προβλεπόμενες από την διάταξη αυτή εξαιρέσεις, αφού, ενώ κατά τα ανωτέρω η εν λόγω Συλλογική Σύμβαση κατά τον χρόνο καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσειούσης δεν είχε κηρυχθεί υποχρεωτική και συνεπώς εδέσμευε μόνον τα μέλη των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων, εν τούτοις με την ασκηθείσα αγωγή της αναιρεσειούσης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ χάριν των αναγκών του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση αυτής, δεν προεβλήθη ο ισχυρισμός ότι οι διάδικοι ήσαν μέλη των συμβληθεισών στην εν λόγω Συλλογική Σύμβαση του έτους 2008 συνδικαλιστικών οργανώσεων, κατά πάσα δε περίπτωση δεν έγινε επίκληση της συγκεκριμένης αυτής Συλλογικής Συμβάσεως, ώστε να συνήγετο το στοιχείο τούτο, εάν ο αναιρεσίβλητος Ν. Μ. υπό την ιδιότητα του διαχειριστού και νομίμου εκπροσώπου της ενώσεως των συνιδιοκτητών δεν ήθελε αμφισβητήσει την ιδιότητα της συνιδιοκτησίας ή της αναιρεσειούσης ή αμφοτέρων αυτών ως μελών των συμβληθεισών στην εν λόγω Συλλογική Σύμβαση συνδικαλιστικών οργανώσεων. Επειδή, η αγωγή, με την οποία διώκεται να αναγνωρισθεί η ακυρότης της γενομένης από τον εργοδότη καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού, πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ωρισμένο τους λόγους της ακυρότητος, ενώ η επίκληση νέων λόγων ακυρότητος με τις προτάσεις κατά την συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου ή του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δεν είναι παραδεκτή συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ, αφού κατ’ αυτόν τον τρόπο μεταβάλλεται η βάση της αγωγής. Αφ’ ετέρου, κατά την διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 Ν. 2112/1920, “Δύναται ο εργοδότης να καταγγείλη την σύμβασιν άνευ τηρήσεως προθεσμίας τινός, εάν εναντίον του υπαλλήλου υπεβλήθη μήνυσις δι’ αξιόποινον πράξιν διαπραχθείσαν εν τη εξασκήσει της υπηρεσίας του ή απηγγέλθη κατ’ αυτού κατηγορία δι’ αδίκημα εν γένει, φέρον χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος”.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο “σιωπή παρέλειψε και παρέκαμψε την προϋπόθεση της καταβολής της αποζημιώσεως απολύσεως, ώστε να είναι νόμιμη η απόλυση, ενώ η αναιρεσείουσα στην υπό κρίσιν αγωγή της αναφέρει την έλλειψη της προϋποθέσεως αυτής και την εξ αυτού ακυρότητα της απολύσεώς της και ενώ η διαδικασία στο ακροατήριο έγινε την 18-12-2012, ενώ είχε απαλλαγεί της κατηγορίας”. Ο εν λόγω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος συμφώνως προς την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι βασίζεται επί του ισχυρισμού της ακυρότητος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσειούσης λόγω μη καταβολής αποζημιώσεως απολύσεως, ο οποίος δεν έχει προταθεί παραδεκτώς ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ούτε υπάγεται στις προβλεπόμενες από την διάταξη αυτή εξαιρέσεις, αφού η ένδικη αγωγή, η οποία έχει αυτοτελές αίτημα αναγνωρίσεως της ακυρότητος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσειούσης, περιλαμβάνει, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, ως μόνους λόγους της ακυρότητος την κατάχρηση δικαιώματος και την μη προηγηθείσα λήψη σχετικής αποφάσεως από την γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας με ποσοστό τουλάχιστον 501 χιλιοστών, και δεν περιέχει και λόγο ακυρότητος λόγω μη καταβολής της αποζημιώσεως απολύσεως, ο οποίος άλλωστε δεν στοιχειοθετείται κατά νόμον, συμφώνως προς την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 Ν. 2112/1920, εφ’ όσον κατά τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο έχει υποβληθεί κατ’ αυτής μήνυση.
Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο εδέχθη πράγματα έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από την εν λόγω διάταξη λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, εάν το δικαστήριο εδέχθη ως αληθείς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ασκουμένου με την αγωγή ή την ανταγωγή ή με ένσταση ή αντένσταση δικαιώματος, χωρίς να έχει προσκομισθεί οιαδήποτε απόδειξη προς τούτο ή χωρίς να εκτίθενται παντελώς στην προσβαλλομένη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ωδήγησαν στην εν λόγω απόδειξη.
Εν προκειμένω, αφ’ ενός από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο μνημονεύει συγκεκριμένως τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπ’ όψιν προς σχηματισμό της κρίσεώς του (καταθέσεις μαρτύρων κλπ) είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, αφ’ ετέρου ο ισχυρισμός περί επικειμένης συνταξιοδοτήσεως της αναιρεσειούσης δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού κατά τα ανωτέρω η διάταξη του άρθρου 42 Ν. 1836/1989, η οποία προβλέπει ως εξαίρεση της εφαρμογής αυτής την επικειμένη συνταξιοδότηση του θυρωρού, δεν τυγχάνει εφαρμογής επί της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσειούσης ως εκ του χρόνου προσλήψεως αυτής.
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, με τον οποίον προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά τον νόμο εδέχθη ως αληθή τον ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό περί επικειμένης συνταξιοδοτήσεως της αναιρεσειούσης χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται, εάν το δικαστήριο εσφαλμένως εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου περί του βάρους αποδείξεως, κατά δε την διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, έκαστος διάδικος υποχρεούται να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία είναι αναγκαία προς υποστήριξη της αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως αυτού. Όπως προκύπτει από τις ως άνω διατάξεις, ο εν λόγω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον επί ισχυρισμών, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και όχι και επί ισχυρισμών, οι οποίοι δεν δύνανται να επιδράσουν στο διατακτικό της αποφάσεως.
Εν προκειμένω, με τον έκτο και τελευταίο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου περί βάρους αποδείξεως κατά την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 42 Ν. 1836/1989, η οποία, όμως, κατά τα ανωτέρω δεν τυγχάνει εφαρμογής επί της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσειούσης.
Συνεπώς, ο εν λόγω λόγος αναιρέσεως, ως αφορών μη ουσιώδη ισχυρισμό, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ’ ακολουθίαν, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να συμψηφισθούν όμως, καθ’ ολοκληρίαν τα δικαστικά έξοδα συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 179 ΚΠολΔ, καθ’ όσον η ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου υπήρξε ιδιαιτέρως δυσχερής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμόν 2144/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Συμψηφίζει καθ’ολοκληρίαν τα δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2018.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
