Απόφαση 500 / 2024    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 500/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Τ. του Α. και της Μ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευφροσύνη Τσαμολιά, που ανακάλεσε την από 31-10-2023 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ι. Τ. του Α. και της Μ., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε μετά της ιδίας ως άνω πληρεξουσίας δικηγόρου του, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Τ. του Α. και της Μ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Διαμάντη, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων καθώς και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1873/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6198/2010 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-5-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 16-05-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ’ αριθμ. 6198/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η έφεση των εναγόντων, Ε. Τ., Δ. Τ. και Ι. Τ. (εκ των οποίων άσκησαν την υπό κρίση αναίρεση οι δεύτερος και τρίτος) κατά της υπ’ αριθμ. 1873/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που επικυρώθηκε κατά τα ανωτέρω με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, απορρίφθηκε ως κατ’ουσίαν αβάσιμη η στρεφόμενη κατά του εναγομένου (Σ. Τ.) και ήδη αναιρεσιβλήτου, αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 15-03-2017 ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος στις 27-09-2017 αδελφού όλων των διαδίκων, Χ. Τ. καθώς και του υπ’ αριθμ. …/15-3-2017 δωρητηρίου συμβολαίου του τελευταίου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Α) Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτωση γ’ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (Ολ.Α.Π. 23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.Α.Π. 8/2016, Ολ.Α.Π. 2/2008) ή, κατ’ άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.Α.Π. 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με εκείνη του άρθρου 16 παρ. 5 του Ν. 2915/2001 (η οποία δεν τροποποιήθηκε με το Ν. 4335/2015), στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα, αν, κατά την κρίση του, ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτοδίκως, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά ήταν απαράδεκτα, όπως λ.χ. εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κ.λ.π., είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο. Η διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 529 παρ. 1 εδάφιο α` ΚΠολΔ είναι γενική και, έτσι, περιλαμβάνει χωρίς διακρίσεις όλα τα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπονται από το νόμο, δηλαδή τόσο τα αποδεικτικά, που απόκεινται στην πρωτοβουλία των διαδίκων (όπως έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις) ή παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη (δικαστικά τεκμήρια), όσο και εκείνα, η απόδειξη των οποίων μπορεί να διαταχθεί ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των διαδίκων (λ.χ. αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη) (ΑΠ 484/2019, ΑΠ 1621/2009, ΑΠ 1107/2008, ΑΠ 221/1993). Με το δεύτερο, από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι: α) με το να αποκρούσει ως απαράδεκτη και να μη λάβει υπ` όψη της, μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων, την από 29-06-2018 ιατρική γνωμοδότηση του ψυχιάτρου Π. Ζ., η οποία αναφερόταν λεπτομερώς και εμπεριστατωμένα στην ψυχική υγεία του αδελφού τους, Χ. Τ. και την οποία αυτοί επικαλέσθηκαν με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις τους και προσκόμισαν κατά τη συζήτηση της έφεσής τους στο εν λόγω δικαστήριο, με το σκεπτικό ότι αυτή είχε προσκομισθεί απαραδέκτως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την προσθήκη στις πρωτόδικες προτάσεις τους και β) με το να μην λάβει υπόψη της την παραδεκτώς το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προσκομισθείσα και επικληθείσα από 27-08-2020 ιατρική έκθεση του ιδίου ψυχιάτρου Π. Ζ., υπέπεσε στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι αναιρεσείοντες νομίμως είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει. Από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση του κειμένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σ’ αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) εκτίθενται, αναφορικά με τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη της, για τον σχηματισμό της δικανικής της πεποίθησης, τα ακόλουθα: ” … Από την επανεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων (ρητώς μνημονευομένων κατωτέρω ή μη), που νομίμως μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, των προσκομιζόμενων με επίκληση από τους ενάγοντες υπ’ αριθ. …/11.6.2018 ενόρκων βεβαιώσεων των ενόρκως βεβαιούντων Α. Π., Ι. Τ., Σ. Μ. Μ. (S. M. Μ.) και Κ. Τ. αντίστοιχα, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Σ., κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του εναγομένου (βλ. την υπ’ αριθ. …5.6.2018 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ι. Π..Κ.), των προσκομιζόμενων με επίκληση από τον εναγόμενο υπ’αριθ. …19.6.2018, …/19.6.2018 και …18.6.2018 ένορκων βεβαιώσεων των ενόρκως βεβαιουσών Β. Γ., Ε. Κ. και Μ. Π., ενώπιον των Συμβολαιογράφων Χαλκίδας, Κ. Α.-Μ., Θήβας, Α. Π. – Σ. και Αθηνών, Ε. Σ. – Π. αντίστοιχα, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των εναγόντων (βλ. τις υπ’αριθ. …/13.6.2018 και …/13.6.2018 εκθέσεις επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Σ. Π. και την υπ’αριθ. …13.6.2018 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Εύβοιας Γ. Π.), της από 19.6.2018 γραφολογικής γνωμοδότησης του γραφολόγου Α. Κ. και της από 18.6.2018 ψυχιατρικής γνωμοδότησης του ψυχίατρου Γ. Κ., που συντάχθηκαν κατόπιν αίτησης του εναγομένου και με επίκληση προσκομίζονται απ’αυτόν, της επισκόπησης των φωτογραφιών που προσκομίζουν οι ενάγοντες και των ομολογιών των διαδίκων, μη λαμβανομένης υπόψη της από 29-6-2018 ιατρικής γνωμοδότησης του ψυχιάτρου Π. Ζ., που μετ’ επικλήσεως προσκόμισαν οι ενάγοντες ως αποδεικτικό στοιχείο της επιβαρυμένης ψυχικής υγείας του αποβιώσαντος αδελφού τους Χ. Τ., με την από 5-7-2018 προσθήκη αντίκρουση στις προτάσεις τους κατά την πρωτοβάθμια δίκη, αφού προσκομίσθηκε για πρώτη φορά με την ως άνω προσθήκη – αντίκρουση, παρότι δεν επιδιώχθηκε η αντίκρουση με αυτή κάποιου αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου τους (άρθρο 237 παρ 1 εδ. α’, 2 εδ. α’ ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου, ορθώς δεν αξιολογήθηκε με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό κατά την εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορριπτομένου κατ’ ακολουθίαν του σχετικού δευτέρου λόγου της ένδικης έφεσης ως αβάσιμου…..”. Από τα ανωτέρω αναφερόμενα δεν προκύπτει με ασφάλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να καταλήξει στη δικαιοδοτική του κρίση, έλαβε υπόψη του την ως άνω από 27-08-2020 ιατρική έκθεση του ψυχιάτρου Π. Ζ., για την κατάσταση της ψυχικής υγείας του αποβιώσαντος αδελφού των διαδίκων Χ. Τ.. Εξάλλου, από την επισκόπηση των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ¨… Κατά συνέπεια ο αποβιώσας Χ. Τ., είχε κατά το χρόνο σύνταξης των ενδίκων δικαιοπραξιών πλήρη συνείδηση των πράξεών του, απορριπτομένου ως αβασίμου του αντιθέτου ισχυρισμού των εναγόντων ήδη εκκαλούντων..” δεν προκύπτει ότι το αυτό Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την ανωτέρω έκθεση, σύμφωνα με την οποία ο θανών ¨….αδυνατούσε να διαχειριστεί την περιουσία του και η μακροχρόνια ασθένειά του δεν του επέτρεπε να εκτελέσει ασφαλείς δικαιοπραξίες με πλήρη συναίσθηση των πεπραγμένων του …¨ είτε σχολιάζοντάς την, είτε αντικρούοντάς την, σε κάθε δε περίπτωση δεν εξέφερε κρίση σχετικά με το παραδεκτό της προσκόμισής της. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις καταθεσείσες ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της από 17-07-2019 έφεσης, από 3-09-2020 προτάσεις των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, τις οποίες επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα της βασιμότητας του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), οι τελευταίοι προς απόδειξη του αγωγικού τους ισχυρισμού ότι ο αποβιώσας την 27-09-2017 αδελφός τους, Χ. Τ., κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης και της κατάρτισης της προαναφερθείσας δωρεάς, βρισκόταν σε ψυχική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά της λειτουργία της βούλησης του, εξαιτίας ψυχικής ασθένειας από την οποία έπασχε από το έτος 1990 μέχρι του θανάτου του, επικαλέσθηκαν ως σχετικό με αριθ. 8.30 την από 29-06-2018 ιατρική έκθεση του ιατρού – ψυχιάτρου, Π. Ζ., παραπονούμενοι μάλιστα και για τη μη λήψη της εν λόγω ιατρικής γνωμοδότησης ως απαράδεκτης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέκρουσε ρητά τη λήψη υπ` όψη της ως άνω ιατρικής γνωμοδότησης, μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπ` όψη του για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, με το προαναφερθέν σκεπτικό. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά παράβαση του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, δεν έλαβε υπ` όψη του την προσκομισθείσα με επίκληση ως άνω ιατρική γνωμοδότηση, η οποία ήταν παραδεκτή, ως νέο αποδεικτικό στοιχείο, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, έστω και εάν ήταν απαράδεκτη, ως εκπροθέσμως προσκομισθείσα μετά τη συζήτηση, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η έρευνα της βασιμότητας του πρώτου, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, συνεπεία της αναιρετικής εμβέλειας του γενομένου δεκτού ως άνω λόγου αναίρεσης. Περαιτέρω από την προαναφερθείσα βεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα μνημονευόμενα στον έκτο λόγο αναίρεσης υπό στοιχ. 1- 42 και 45 έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση ενώπιόν του οι αναιρεσείοντες. Επομένως είναι αβάσιμος ο προβαλλόμενος εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ’ ΚΠολΔ έκτος λόγος αναίρεσης, κατά την εν λόγω αιτίαση. Όμως, για τα μνημονευόμενα στο λόγο αυτό αναίρεσης, υπό στοιχεία 43 και 44 έγγραφα (από 29-06-2018 και από 27-08-2020 ιατρικές εκθέσεις του ψυχιάτρου Π. Ζ.) έγινε λόγος κατά την εξέταση του δευτέρου λόγου και παρέλκει η εξέταση της εν λόγω αιτίασης περιεχομένης και στον έκτο λόγο. Β) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής “πράγματα” είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης. Πράγμα επομένως είναι, υπό την έννοια αυτή, και οι λόγοι της έφεσης, κύριοι – και πρόσθετοι, που συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003). Δεν είναι ¨πράγματα¨ όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013). Με βάση αυτά, δεν αποτελούν “πράγματα”, με την παραπάνω έννοια και η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 87/2013,ΑΠ1455/2009,ΑΠ 625/2008, ΑΠ 94/ 2008). Ο εκ του άνω αριθμού λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όμως, εάν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ. 25/2003, ΟλΑΠ12/1991), έστω και εάν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 1434/2010), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ358/2017). Εξάλλου, η παράβαση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠοΛΔ (μη κήρυξη απαραδέκτου από το δικαστήριο) συμπορεύεται με τη διάταξη του αρ. 8 του ίδιου άρθρου στην περίπτωση που λήφθηκαν υπόψη πράγματα που προβλήθηκαν απαραδέκτως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει λόγος να αποκλειστεί η παράλληλη εφαρμογή και των δύο λόγων αναίρεσης στην περίπτωση αυτή (ΑΠ128/2008). Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 640/2011, ΑΠ 558/2008, ΑΠ 2104/2007). Η μη προσήκουσα προσαγωγή αποδεικτικού μέσου δεν θεμελιώνει το λόγο αυτόν αναίρεσης. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 α’ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρ. 524§1 εδ.β’ και 591§1 εδ.γ’ και δ’ ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά τη νομοθετική παρέμβαση με το ν. 2915/2001, προκύπτει ότι στην κατ’ έφεση δίκη, αν δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρ. 528 ΚΠολΔ, οι προτάσεις κατατίθενται και συνεπώς και τα επικαλούμενα μ’ αυτές έγγραφα προσκομίζονται έως την έναρξη της συζήτησης, μετά την οποία και έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας κατατίθεται η τυχόν προσθήκη στις προτάσεις, με την οποία σχολιάζονται από τους διαδίκους οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις μόνο για την αντίκρουση αυτοτελών ισχυρισμών που παραδεκτά προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά ή περιέχονται στις προτάσεις. Έτσι είναι απαράδεκτα τα έγγραφα και οι ένορκες βεβαιώσεις που με επίκληση στην προσθήκη των προτάσεων προσκομίζονται από τους διαδίκους στο εφετείο μετά τη συζήτηση της υπόθεσης προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, άμεση ή έμμεση, ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον δεν πρόκειται για ισχυρισμούς που παραδεκτά προτάθηκαν για πρώτη φορά στο εφετείο, το δε εφετείο, που λαμβάνει υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα, χωρίς να βεβαιώνει στην απόφασή του ότι συντρέχει η εξαιρετική αυτή περίπτωση, υποπίπτει και πάλι στις πλημμέλειες από το άρθρ. 559 αριθ. 11α και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 562/2000, ΑΠ 659/2007). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, όπως εκτιμάται, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι, από τους αριθμούς 8, 14 και 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, καθόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη του απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα τα εξής έγγραφα: 1) δύο βεβαιώσεις του Ι. Η., 2) την από 02-02-2018 βεβαίωση χρόνου ανεργίας, 3) επτά λογαριασμούς ρεύματος, 4) το από 26-06-2018 έγγραφο της … και 5) την υπ’ αριθμ. …/2018 ένορκη βεβαίωση, τα οποία προσκομίστηκαν από τον εναγόμενο ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεών του. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Τα αποδεικτικά μέσα δεν είναι “πράγματα” κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Η μη προσήκουσα προσαγωγή αποδεικτικών μέσων δεν θεμελιώνει την πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και τέλος γίνεται λόγος για μη προσήκουσα προσαγωγή των παραπάνω εγγράφων στο πρωτόδικο δικαστήριο και όχι στο Εφετείο που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση του αριθμού 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ από την προσβαλλομένη απόφαση.
Γ) Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι, από τους αριθμούς 8, 14 και 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, διότι το Εφετείο, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, έλαβε υπόψη του απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα την από 21-01-2020 ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη του ψυχιάτρου – ψυχοθεραπευτή, Α. Τ., η οποία προσκομίσθηκε στο εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο απαραδέκτως με την προσθήκη των προτάσεων του εφεσιβλήτου – αναιρεσιβλήτου. Οι από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι είναι απαράδεκτοι, κατά τα αμέσως ανωτέρω προεκτεθέντα, ο δε από τον αριθμό 11α λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από τις καταθεσείσες ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της από 17-07-2019 έφεσης, από 3-09-2020 προτάσεις του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου, τις οποίες επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα της βασιμότητας του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), ο τελευταίος επικαλέστηκε παραδεκτά την από 21-01-2020 ιατρική πραγματογνωμοσύνη στις σελίδες 3 και 47 των προτάσεων αυτών ως σχετικό Ζβ. Δ) Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, όπως προαναφέρθηκε, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως “πράγματα” κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΑΠ(ολ) 3/1997). Πράγματα επίσης αποτελούν και οι λόγοι έφεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης οι αφορώντες αυτοτελείς ισχυρισμούς. Δεν αποτελούν όμως πράγματα οι ισχυρισμοί οι συνιστώντες άρνηση αυτών, οι οποίοι και αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής πραγματικών γεγονότων τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος έφεσης (ΑΠ 29/2012, ΑΠ 1862/2008) καθώς και οι αποδείξεις. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τους τρίτο και τέταρτο λόγους της έφεσής τους, με τους οποίους ισχυρίζονταν, με το μεν τρίτο, ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη εκτίμησε τις αναφερόμενες στο λόγο αυτό ένορκες βεβαιώσεις, κρίνοντας τις δε ορθά θα έπρεπε να δεχθεί την αγωγή τους, με τον δε τέταρτο ότι εξαιτίας της εσφαλμένης εκτίμησης των προσκομισθέντων δημοσίων εγγράφων, η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι ο αδελφός τους έπασχε μόνο από χρόνιο αλκοολισμό και όχι από ψυχωτική συνδρομή και ψυχωτικές διαταραχές. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος διότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και κατά συνέπεια δεν αποτελούν “πράγμα”. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους αναιρεσείοντες (οι οποίοι συνδέονται με απλή ομοδικία με την ενάγουσα – εκκαλούσα, Ε. Τ., η οποία δεν άσκησε αναίρεση {ΑΠ 120/2022, Απ 385/2014, ΑΠ 505/2011}), κατά παραδοχή ως βασίμου του δευτέρου λόγου αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί (ως προς τους αναιρεσείοντες) την με αριθ. αριθμ. 6198/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου, στους αναιρεσείοντες.
Παραπέμπει την υπόθεση για εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *